Ο πρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, Παναγιώτης Ψαρρός, μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 για το μπλακ άουτ στις επικοινωνίες που είχε ως αποτέλεσμα το προσωρινό κλείσιμο του FIR, επισήμανε ότι ένα παρόμοιο περιστατικό είναι ιδιαίτερα πιθανό να επαναληφθεί και στο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, τόνισε με έμφαση την ανάγκη άμεσης ανανέωσης του εξοπλισμού, επισημαίνοντας πως η κατάσταση έχει φτάσει πλέον «στο και πέντε».
«Το πόρισμα της Επιτροπής που όλοι είδαμε είναι ξεκάθαρο. Αναφέρει ότι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός της αιτίας, διότι το σύστημα είναι τόσο παρωχημένο που δεν διαθέτει αρχεία καταγραφής συμβάντων, τα γνωστά lock files. Επίσης, επισημαίνεται ότι το σύστημα είναι τόσο παλιό, ώστε ο κατασκευαστής δεν το υποστηρίζει πλέον και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί τη σωστή λειτουργία του. Επομένως, με βάση όσα προκύπτουν από το πόρισμα, θα μπορούσε να συμβεί ξανά. Το κρίσιμο ζήτημα είναι να μπορέσουμε να δώσουμε λύσεις άμεσα. Οφείλουμε να βρούμε τρόπους να διαχειριστούμε την εναέρια κυκλοφορία με δεδομένα τα συμπεράσματα της Επιτροπής», ανέφερε αρχικά.
Σε ερώτηση σχετικά με το αν υπήρξε κίνδυνος για τις πτήσεις των αεροσκαφών, απάντησε: «Θα σας μιλήσω ευθέως, και αυτό αποτυπώνεται και στο πόρισμα: δεν καταγράφηκε καμία παραβίαση. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά στους συναδέλφους, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή, μπροστά σε μια πρωτοφανή και αδιανόητη βλάβη, βρήκαν τρόπους να τη διαχειριστούν και όλα τα αεροσκάφη προσγειώθηκαν με απόλυτη ασφάλεια».
Αναφερόμενος στον εξοπλισμό, υπογράμμισε: «Δεν είμαστε στο παρά πέντε για την αλλαγή του εξοπλισμού, είμαστε ήδη στο και πέντε». Κάθε ημέρα καθυστέρησης, όπως σημείωσε, ισοδυναμεί με ένα «χαμένο καλοκαίρι», καθώς μέχρι το 2028 δεν προβλέπεται καμία ουσιαστική αναβάθμιση, ενώ το νέο σύστημα εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμο το καλοκαίρι του 2030.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι με το υφιστάμενο σύστημα μπορεί να εξυπηρετηθεί μόνο ένας συγκεκριμένος όγκος εναέριας κυκλοφορίας. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε καθυστερήσεις, καθώς έως ότου τεθεί σε λειτουργία το νέο σύστημα, ο αριθμός των πτήσεων που μπορούν να διαχειριστούν με ασφάλεια θα παραμένει περιορισμένος.
«Δεν πρόκειται να μπούμε στη διαδικασία να εξυπηρετήσουμε περισσότερα αεροπλάνα για να μειωθούν οι καθυστερήσεις, εάν αυτό σημαίνει ότι θα τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια», κατέληξε.
