Για τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν το διεθνές περιβάλλον αλλά και για τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας τοποθετήθηκε η Έφη Αχτσιόγλου, μιλώντας στο συνέδριο της Νέας Αριστεράς.
Αναφερόμενη στο ενδεχόμενο συνεργασιών, απέρριψε τη λογική του «μίνιμουμ» ή του «μέσου όρου» προγράμματος και υποστήριξε την ανάγκη ενός σχεδίου «με βασικές προτεραιότητες που μπορεί να διαμορφώσει μία δυναμική ανατροπής της δεξιάς, στο σήμερα».
Παράλληλα, διευκρίνισε τη διάκριση ανάμεσα στην «ταυτοτική πολιτική» και την «πολιτική της ταυτότητας», δηλώνοντας ξεκάθαρα υπέρ της πρώτης.
Καταλήγοντας, απηύθυνε κάλεσμα «να μην κλείσουμε την πόρτα στον διάλογο, στη συζήτηση και σε ενδεχόμενες συμμαχίες. Αλλά και να μην κάνουμε συμμαχίες με κάθε κόστος και χωρίς όριο».
Αναλυτικά τα βασικά σημεία της ομιλίας της:
Για τις διεθνείς εξελίξεις
Οι πρωτοβουλίες και οι κινήσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποτυπώνουν ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη φάση των διεθνών σχέσεων. Είναι γεγονός ότι σε αυτές υπήρχε διαχρονικά υποκρισία, ωστόσο άλλο πράγμα είναι ένας κόσμος όπου η ωμή βία και η επέμβαση σε ένα άλλο κράτος απαγορεύονται ως κανόνας – έστω κι αν αυτός συχνά παραβιάζεται – και εντελώς διαφορετικό να ζούμε σε μια παγκόσμια πραγματικότητα όπου η ωμή βία και η επέμβαση δεν απαγορεύονται. Όπου η βία μετατρέπεται σε κανονικότητα. Σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση έχουμε περάσει. Πρόκειται για μια νέα διεθνή τάξη πραγμάτων, για ένα νέο διεθνές δίκαιο που διαμορφώνεται σήμερα, στο οποίο η ωμή επέμβαση και η βία αποτελούν τον κανόνα. Και αυτό συνιστά μια οριακή συνθήκη.
Για το πώς αντιδρούν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και η κυβέρνηση της ΝΔ
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες εδώ και καιρό ακολουθούν τον Τραμπ, σέρνονται πίσω από τις επιλογές του. Σιωπούν για τη γενοκτονία στη Γάζα, σιωπούν για τη Βενεζουέλα και τώρα εμφανίζονται αμήχανες και πανικόβλητες μπροστά στις εξελίξεις στη Γροιλανδία.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, η κυβέρνηση της ΝΔ αποτελεί τον ορισμό της υποτέλειας. Υιοθετεί μεσοβέζικες στάσεις ακόμη και για το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης». Ο κ. Μητσοτάκης επικαλείται διαρκώς το «ανήκουμε στη Δύση» και έχει καταστήσει τη χώρα έρμαιο εκβιασμών, ασυδοσίας και ανασφάλειας. Σε αυτό το σημείο έχει οδηγηθεί η Ελλάδα σήμερα.
Για το σκηνικό εντός Ελλάδας
Παρά τα εξαντλητικά 13ωρα εργασίας, παρά την οικονομική αιμορραγία, παρά τα τεράστια υπερπλεονάσματα κάθε χρονιά, παρά τους υπερεξοπλισμούς, τα σκάνδαλα και τη διαπλοκή, η Νέα Δημοκρατία, αν και τραυματισμένη και φθαρμένη, εξακολουθεί να διατηρεί την πρώτη θέση.
Την ίδια στιγμή, στον χώρο της Αριστεράς και της προοδευτικής παράταξης επικρατεί πλήρης ρευστότητα, με έντονη αδυναμία άσκησης ουσιαστικής, επιθετικής αντιπολίτευσης και με αδυναμία συγκρότησης ενός πραγματικού αντίπαλου πόλου απέναντι στη δεξιά. Η εικόνα παραμένει εγκλωβισμένη στο παρελθόν.
Για το τι πρέπει να κάνει η Νέα Αριστερά
Απέναντι σε αυτά τα διακυβεύματα, μπροστά στον παγκόσμιο κίνδυνο και με βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα, το ερώτημα είναι τι κάνουμε εμείς. Η δική μου θέση είναι ότι δεν πρέπει να κλειστούμε στον εαυτό μας. Αυτό δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζόμενων τάξεων. Και ακριβώς εκεί ορίζεται η ταυτότητά μας: να υπάρχουμε και να δρούμε πολιτικά για το συμφέρον των εργαζόμενων τάξεων. Δεν είναι προς όφελος των εργαζόμενων σήμερα η εσωστρέφεια.
Ακούστηκε προηγουμένως ότι: “Το να λες θέλω ένα μίνιμουμ πρόγραμμα για να συνεργαστώ είναι η πολιτική του μέσου όρου, την οποία λέμε ότι απεχθανόμαστε”. Όχι, δεν μιλάμε για “μίνιμουμ πρόγραμμα”. Κανείς δεν μιλάει για “μίνιμουμ πρόγραμμα”. Εμείς μιλάμε για ένα πρόγραμμα με βασικές προτεραιότητες: φορολογία, εργασία, εξωτερική πολιτική. Μιλάμε για βασικές προτεραιότητες. Δεν λέμε ότι πρέπει να υπάρξει συμφωνία σε όλη τη στρατηγική, αλλά δεν προτείνουμε και έναν μέσο όρο. Τι σημαίνει μέσος όρος; Να λέμε εμείς όχι στους υπερεξοπλισμούς, να λένε οι άλλοι ναι, και να καταλήγουμε σε ένα «λίγο υπερεξοπλισμοί»; Αυτό δεν το λέμε. Λέμε ένα πρόγραμμα με βασικές προτεραιότητες που μπορεί να δημιουργήσει μια δυναμική ανατροπής της δεξιάς, εδώ και τώρα, όχι στο μακρινό μέλλον. Και αυτό είναι προς όφελος των εργαζόμενων τάξεων. Αυτό είναι η ταυτότητά μας.
Επομένως, μιλάμε για ταυτοτική πολιτική και όχι για πολιτική της ταυτότητας. Ταυτοτική πολιτική σημαίνει να θέσουμε στο επίκεντρο τη φορολόγηση του πλούτου, την υπεράσπιση της εργασίας, τη μείωση του χρόνου εργασίας, την αύξηση του μεριδίου των μισθών στον παραγόμενο πλούτο. Να πούμε καθαρό όχι στους υπερεξοπλισμούς και στην πολεμική οικονομία. Αυτή είναι η ταυτοτική πολιτική. Όχι μια πολιτική που απλώς επικαλείται διαρκώς την ταυτότητα, αλλά μια πολιτική που κάνει πράξη αυτό που δηλώνει ότι είναι. Αυτή είναι η πρόταση και αυτή είναι η βάση με την οποία ανοίγεται ο διάλογος.
Πώς αυτό καθορίζει τη σχέση μας με τους άλλους; Με δύο τρόπους. Να μη βάλουμε λουκέτο στον διάλογο, στη συζήτηση και σε πιθανές συμμαχίες. Αλλά ταυτόχρονα να μην προχωράμε σε συμμαχίες με οποιοδήποτε τίμημα και χωρίς όρια. Να υπερασπιστούμε δηλαδή αυτό που είμαστε. Την απόφασή μας να συγκροτήσουμε τη Νέα Αριστερά. Την επιλογή μας να έχει αυτή τη συγκεκριμένη ταυτότητα. Την απόφασή μας να κάνουμε πολιτική, δηλαδή να παρεμβαίνουμε στον υπαρκτό συσχετισμό δυνάμεων για να τον αλλάξουμε, σήμερα. Αυτό ακριβώς ορίζει την ταυτότητά μας.
Όλοι έχουμε διανύσει δύσκολες διαδρομές. Υπάρχουν διαφωνίες, το γνωρίζουμε. Όμως πάνω απ’ όλα υπάρχουν κοινές αξίες. Με σεβασμό μεταξύ μας. Με ανοχή στη διαφορετική άποψη. Με αναγνώριση του αξιακού φορτίου που ο καθένας φέρει. Να προχωρήσουμε στην επόμενη μέρα με μνήμη και περηφάνια για όσα έχουμε κάνει, για τις αποφάσεις μας, για τις επιλογές που μας έφεραν έως εδώ.
