Ο Μόργκαν ΜακΣουίνι, προσωπάρχης του Κιρ Στάρμερ, υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του στενότερου συνεργάτη και διαχρονικού συμμάχου του πρωθυπουργού, μέσα σε κλίμα έντονης δυσαρέσκειας για τη συμμετοχή του στον διορισμό του Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ.
Η θέση του είχε καταστεί ολοένα και πιο επισφαλής, καθώς αυξανόταν η πίεση προς τον Στάρμερ εξαιτίας του σκανδάλου που ξέσπασε μετά τη δημοσιοποίηση ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία ανέδειξαν το εύρος της σχέσης του Μάντελσον με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα κατά παιδιών Τζέφρι Έπσταϊν.
Ο ΜακΣουίνι ανακοίνωσε την αποχώρησή του δηλώνοντας ότι αναλαμβάνει «πλήρη ευθύνη» για τη συμβουλή που έδωσε στον Στάρμερ να προχωρήσει στον συγκεκριμένο διορισμό — μια επιλογή που, όπως ανέφερε, υπονόμευσε την εμπιστοσύνη προς το Εργατικό Κόμμα, τη χώρα και την ίδια την πολιτική διαδικασία — και τόνισε ότι η παραίτηση ήταν ο «έντιμος δρόμος».
Ωστόσο, η απομάκρυνσή του αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τον πρωθυπουργό, ο οποίος τους τελευταίους μήνες έχει χάσει αρκετούς στενούς του συνεργάτες και βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική κρίση του ΜακΣουίνι, παρότι το Νο 10 συχνά δεχόταν επικρίσεις ως αποτέλεσμα αυτής της επιρροής.
Σε δήλωσή του στη Guardian, ο ΜακΣουίνι ανέφερε: «Ύστερα από προσεκτική σκέψη, αποφάσισα να παραιτηθώ από την κυβέρνηση. Η απόφαση να διοριστεί ο Πίτερ Μάντελσον ήταν λανθασμένη. Έβλαψε το κόμμα μας, τη χώρα μας και την ίδια την εμπιστοσύνη στην πολιτική.
Όταν μου ζητήθηκε, συμβούλεψα τον πρωθυπουργό να κάνει αυτόν τον διορισμό και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη για αυτή τη συμβουλή. Στη δημόσια ζωή, η ευθύνη πρέπει να αναλαμβάνεται όταν έχει τη μεγαλύτερη σημασία, όχι μόνο όταν είναι πιο βολικό. Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο μόνος έντιμος δρόμος είναι να αποχωρήσω».
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για μένα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά τα κίνητρά μου ήταν πάντα απλά: εργαζόμουν καθημερινά για να εκλεγεί και να στηριχθεί μια κυβέρνηση που βάζει τις ζωές των απλών ανθρώπων πάνω απ’ όλα και μας οδηγεί σε ένα καλύτερο μέλλον για τη μεγάλη μας χώρα. Μόνο μια κυβέρνηση των Εργατικών μπορεί να το πετύχει αυτό.
Φεύγω με υπερηφάνεια για όσα καταφέραμε, αναμεμειγμένη με λύπη για τις συνθήκες της αποχώρησής μου. Πάντα όμως πίστευα ότι υπάρχουν στιγμές που πρέπει να αποδέχεσαι την ευθύνη σου και να κάνεις στην άκρη για έναν μεγαλύτερο σκοπό».
Ο ΜακΣουίνι κατέληξε λέγοντας: «Καθώς φεύγω, έχω δύο ακόμη σκέψεις: Πρώτον — και κυρίως — πρέπει να θυμόμαστε τις γυναίκες και τα κορίτσια των οποίων οι ζωές καταστράφηκαν από τον Τζέφρι Έπσταϊν και των οποίων οι φωνές δεν ακούστηκαν για πολύ καιρό.
Δεύτερον, παρότι δεν επέβλεψα τη διαδικασία ελέγχου και δέουσας επιμέλειας, πιστεύω ότι αυτή πρέπει τώρα να αναθεωρηθεί εκ βάθρων. Αυτό δεν μπορεί να είναι απλώς μια συμβολική κίνηση, αλλά μια δικλίδα ασφαλείας για το μέλλον».
Πρόσθεσε επίσης: «Παραμένω πλήρως υποστηρικτικός προς τον πρωθυπουργό. Εργάζεται καθημερινά για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, να επαναφέρει τα πρότυπα και να υπηρετήσει τη χώρα. Θα συνεχίσω να στηρίζω αυτή την αποστολή με όποιον τρόπο μπορώ. Ήταν η τιμή της ζωής μου να υπηρετήσω».
Ο Κιρ Στάρμερ δήλωσε ότι αποτέλεσε «τιμή» για τον ίδιο η συνεργασία με τον Μόργκαν ΜακΣουίνι.
«Το κόμμα μας κι εγώ του οφείλουμε ευγνωμοσύνη και τον ευχαριστώ για τις υπηρεσίες του», ανέφερε ο Στάρμερ, εξάροντας τη συμβολή του ΜακΣουίνι στη νίκη του Εργατικού Κόμματος στις εκλογές του 2024.
Η αποχώρηση του ΜακΣουίνι — ο οποίος είχε ξεκινήσει την πολιτική του διαδρομή επιχειρώντας να αποδυναμώσει τη σκληρή αριστερά στο Εργατικό Κόμμα στο Λάμπεθ, στο νότιο Λονδίνο — θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, λόγω του καθοριστικού ρόλου που διαδραμάτισε στο εγχείρημα Στάρμερ και στη συνολική αναμόρφωση των Εργατικών ενόψει των εκλογών του 2024.
Παρά το γεγονός ότι συνέβαλε καθοριστικά στην εξασφάλιση μιας ευρείας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για το κόμμα, ο ΜακΣουίνι είχε δεχθεί έντονη κριτική στο εσωτερικό του, κυρίως από βουλευτές, αρκετοί από τους οποίους κατήγγειλαν ότι επέβλεπε μια άσκοπα φατριαστική, μικρόψυχη και κλειστή —«παρεΐστικη»— λειτουργία της Ντάουνινγκ Στριτ.
