Η ανάληψη της ευθύνης από αναρχική συλλογικότητα για τις δολιοφθορές που σημειώθηκαν στο σιδηροδρομικό δίκτυο της βόρειας Ιταλίας και προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στις μετακινήσεις κατά την έναρξη των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων άναψε φωτιές στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Η ομάδα, με ανακοίνωσή της τη Δευτέρα (9/2), παραδέχθηκε ότι τα χτυπήματα του περασμένου Σαββάτου (7/2) εντάσσονται στη συνειδητή επιλογή της να καταφύγει σε παράνομες πρακτικές και ενέργειες σαμποτάζ, ως αντίδραση – όπως αναφέρει – στην καταστολή των κινητοποιήσεων από την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός τοποθετήθηκε την Κυριακή, καταδικάζοντας τους υπεύθυνους και χαρακτηρίζοντάς τους «εχθρούς της Ιταλίας», ενώ ο υπουργός Μεταφορών, Ματέο Σαλβίνι, προχώρησε σε σφοδρή επίθεση μέσω της πλατφόρμας Χ. Ο Σαλβίνι δήλωσε αποφασισμένος να εντοπιστούν και να οδηγηθούν στη φυλακή οι δράστες, τους οποίους αποκάλεσε «τραμπούκους», υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα το κύρος των Αγώνων, τους οποίους παρουσίασε ως εθνικό σύμβολο δημιουργικότητας.
Σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές, οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν σε τρία διαφορετικά σημεία, κυρίως στην ευρύτερη περιοχή του κόμβου της Μπολόνια, προκαλώντας καθυστερήσεις που έφτασαν έως και τα 150 λεπτά σε δρομολόγια τρένων υψηλής ταχύτητας αλλά και σε περιφερειακές γραμμές. Παρά την αναστάτωση που προκλήθηκε, δεν αναφέρθηκαν τραυματισμοί ούτε ζημιές στους συρμούς.
Σε ιδεολογικό επίπεδο, οι αναρχικοί υποστήριξαν ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνιστούν «εξιδανίκευση του εθνικισμού» και λειτουργούν ως άλλοθι για την ενίσχυση μηχανισμών επιτήρησης και αστυνόμευσης της κοινωνίας. Στην ανακοίνωσή τους τονίζεται ότι οι παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας στους δρόμους κρίνονται πλέον αναποτελεσματικές, γεγονός που, κατά την άποψή τους, καθιστά αναγκαία τη διάχυση και την αποκέντρωση της σύγκρουσης.
Η ένταση δεν περιορίστηκε στο σιδηροδρομικό δίκτυο, αλλά μεταφέρθηκε και στους δρόμους του Μιλάνου, όπου το Σάββατο, παράλληλα με τις δολιοφθορές, καταγράφηκαν επεισόδια. Περίπου 100 άτομα με καλυμμένα χαρακτηριστικά αποσπάστηκαν από την ευρύτερη αντιολυμπιακή πορεία και επιτέθηκαν στις αστυνομικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας πυροτεχνήματα και καπνογόνα, επιβεβαιώνοντας το τεταμένο και εκρηκτικό κλίμα που συνοδεύει τη διοργάνωση.
