Η κατεπείγουσα εισαγγελική διερεύνηση για φερόμενη υπεξαίρεση ευρωπαϊκών κονδυλίων σε βάρος του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλου, δείχνει να δημιουργεί μεγαλύτερο πολιτικό βάρος για τη Νέα Δημοκρατία απ’ ό,τι για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει ήδη προχωρήσει στη διαγραφή του από μέλος του κόμματος.
Αυτό αποτυπώνεται στις κινήσεις και τις τοποθετήσεις των τελευταίων ημερών: Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κλήθηκε να τοποθετηθεί για δημοσιεύματα που συνδέουν την υπογραφή της Νίκης Κεραμέως με την αποδέσμευση πόρων που αξιοποιήθηκαν από δομές της ΓΣΕΕ. Παράλληλα, σε επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης, τα κόμματα της Αριστεράς κάνουν λόγο για διαμορφούμενη εικόνα πολιτικής συναλλαγής μεταξύ της υπουργού Εργασίας και του Γιάννη Παναγόπουλου, με φόντο το νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις που εισάγεται προς ψήφιση την Πέμπτη στη Βουλή.
Ο Παύλος Μαρινάκης, κατά τη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, δέχθηκε ερωτήσεις σχετικά με δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για κοινοτικά προγράμματα ύψους 120 εκατ. ευρώ, τα οποία –σύμφωνα με τις αναφορές– είχαν απενταχθεί από το ΕΣΠΑ με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στη συνέχεια επανεντάχθηκαν με ρύθμιση που έφερε την υπογραφή της υπουργού Εργασίας, Νίκης Κεραμέως.
Η ενέργεια αυτή εμφανίζεται να έρχεται σε αντίθεση με σχετική κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τοποθετήθηκε συνολικά και για τον τρόπο διαχείρισης αντίστοιχων κονδυλίων από το 2020 και έπειτα.
Έσπευσε, μάλιστα, να επισημάνει ότι για τον Γιάννη Παναγόπουλο «υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας» όπως «και σε κάθε πρόσωπο, το οποίο φαίνεται να ελέγχεται για μία συγκεκριμένη υπόθεση». Υπογράμμισε ακόμη πως «δεν θα «χρεωθεί» και τον κύριο Παναγόπουλο η Κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία. Ο κύριος Παναγόπουλος ήταν, σε αναστολή πλέον, μέλος ενός συγκεκριμένου κόμματος», διευκρινίζοντας παράλληλα ότι «αυτή είναι μια υπόθεση που αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα, δεν αγγίζει άλλα πολιτικά πρόσωπα».
Αναφορικά με τα επίμαχα κονδύλια, ο Παύλος Μαρινάκης ανέφερε ότι «σύμφωνα με την ενημέρωση που έχω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενθαρρύνει τη συμμετοχή κοινωνικών εταίρων στην υλοποίηση τέτοιων έργων. Αυτό είναι μία ευρύτερη οδηγία και μάλιστα με συγκεκριμένη ποσόστωση. Η εμπλοκή, δηλαδή, κοινωνικών εταίρων στην υλοποίηση τέτοιων έργων είναι και κατεύθυνση της Ευρώπης. Δεν είναι κάτι που ο εκάστοτε Υπουργός Εργασίας των τελευταίων ετών ξύπνησε ένα πρωί και το αποφάσισε.
Τα έργα αυτά εντάχθηκαν την περίοδο της πρώτης τετραετίας, δηλαδή μετά το 2021, μέχρι και το 2022, κατά αυτή τη χρονική περίοδο και οι διαδικασίες μεταφοράς των πόρων, σύμφωνα και με την ενημέρωση που έχουμε από το αρμόδιο Υπουργείο, έγιναν με την τήρηση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών, όπως προβλέπεται δηλαδή στην εθνική νομοθεσία σχετικά με την μεταφορά έργων από το ΕΣΠΑ ή στο επόμενο ΕΣΠΑ ή από το ΕΣΠΑ σε πλήρη συμμόρφωση με το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο».
Η συζήτηση στην Επιτροπή της Βουλής
Σε διαφορετικό τόνο, η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, τοποθετούμενη χθες στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής όπου εξετάζεται το νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, δεν προχώρησε σε καμία αναφορά στη δίωξη που αφορά τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ. Παρότι έως πρόσφατα –πριν από την άσκηση της δίωξης– επικαλείτο την υπογραφή του Γιάννη Παναγόπουλου στη συμφωνία εργοδοτικών οργανώσεων και ΓΣΕΕ, πάνω στην οποία στηρίχθηκε το νομοθέτημα, ως βασικό επιχείρημα υπέρ της υπερψήφισής του.
Από την πλευρά των κομμάτων της Αριστεράς, η συμμετοχή του Γιάννη Παναγόπουλου στη διαμόρφωση του σχεδίου νόμου, ως θεσμικού εκπροσώπου των εργαζομένων, προβλήθηκε ως λόγος για την απόσυρσή του.
Ο βουλευτής του ΚΚΕ Χρήστος Κατσώτης ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «με βάση και τις τελευταίες εξελίξεις και την πιθανή εμπλοκή του Προέδρου της ΓΣΕΕ σε σοβαρές «εγκληματικές δραστηριότητες», οτιδήποτε άλλο πλην της απόσυρσης του νομοσχεδίου, δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά». Υποστήριξε ακόμη ότι «πρόκειται για μια Συμφωνία, που το Υπουργείο Εργασίας προετοίμασε «εν κρυπτώ», ερήμην των συνδικάτων και των εργαζομένων και υπέγραψε με τις εργοδοτικές οργανώσεις και την ηγεσία της ΓΣΕΕ».
Αναφέρθηκε επίσης στη διάταξη που αποδίδει αρμοδιότητες επέκτασης των συμβάσεων στη ΓΣΕΕ, επισημαίνοντας ότι «το νομοσχέδιο αναθέτει στη ΓΣΕΕ ρόλο «δερβέναγα» πάνω από τις κλαδικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, αφού της κατοχυρώνει το δικαίωμα να παρεμβαίνει σε μια από τις πιο σημαντικές κρίσιμες λειτουργίες τους που είναι η διαμόρφωση και η σύναψη κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας».
Αντίστοιχη θέση εξέφρασε και η Νέα Αριστερά, με τον κοινοβουλευτικό της εκπρόσωπο Νάσο Ηλιόπουλο να σημειώνει πως «είναι αυτονόητο ότι το πρώτο που πρέπει να κάνει αυτή τη στιγμή το Υπουργείο Εργασίας είναι να αποσύρει το νομοσχέδιο που έρχεται αυτές τις μέρες στη Βουλή και προέκυψε μετά από συμφωνία με τον κύριο Παναγόπουλο».
Από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Γιώργος Γαβρήλος τόνισε ότι «δεν είναι ξεκομμένο αυτό το σχέδιο νόμου από το τελευταίο γεγονός ελέγχου του Προέδρου της ΓΣΕΕ, που περιμένουμε ασφαλώς να δούμε την εξέλιξη της υπόθεσης αυτής για τον κ. Παναγόπουλο, αλλά όλη αυτή η κατάσταση, προφανώς, είναι ένα πλήγμα και για τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα». Για τη ρύθμιση που αποδίδει διευρυμένες αρμοδιότητες ως προς την επέκταση των ΣΣΕ στον πρόεδρο της ΓΣΕΕ ανέφερε ότι «απειλεί ευθέως τη συλλογική αυτονομία των αρμόδιων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, η ΓΣΕΕ μετατρέπεται σε έναν υπερεταίρο και το ίδιο συμβαίνει με την ηγεσία της».
Το ΠΑΣΟΚ
Τη στάση που θα υιοθετήσει κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια την Πέμπτη αναμένεται να καθορίσει σήμερα το ΠΑΣΟΚ.
Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει ήδη ασκήσει έντονη κριτική σε βασικές διατάξεις του σχεδίου νόμου που αφορούν τις συλλογικές συμβάσεις, ζητώντας, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα απευθείας διαπραγμάτευσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, ρυθμίσεις που δεν περιλαμβάνονται στο κείμενο. Ωστόσο, στην τελική τοποθέτηση του κόμματος αναμένεται να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι στη διαδικασία διαμόρφωσης της συμφωνίας συμμετείχαν και στελέχη του, όπως ο Γ. Καββαθάς ως εκπρόσωπος της ΓΣΕΒΕΕ.
Ήδη, πάντως, στο εσωτερικό του κόμματος διατυπώνονται απόψεις υπέρ της καταψήφισης επί της αρχής του νομοσχεδίου, ακόμη και στην περίπτωση που επιλεγεί η υπερψήφιση επιμέρους άρθρων του.
