Η Αργεντινή διανύει περίοδο έντονης κοινωνικής και οικονομικής έντασης, με τους πολίτες να συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις κατά των πολιτικών λιτότητας που εφαρμόζει η κυβέρνηση του προέδρου Χαβιέρ Μιλέι. Παρότι ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει και τα ποσοστά φτώχειας εμφανίζουν βελτίωση σε σύγκριση με τα ιστορικά επίπεδα του 2024, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει ισχυρή.
Η κυβέρνηση Μιλέι προχώρησε σε κατάργηση επιδοτήσεων στην ενέργεια και τις μεταφορές, ενώ περιόρισε δραστικά τη χρηματοδότηση δημόσιων πανεπιστημίων και παιδιατρικών νοσοκομείων. Οι κινητοποιήσεις που κορυφώθηκαν τον Φεβρουάριο του 2026 επικεντρώνονται στο νομοσχέδιο για τον «εκσυγχρονισμό της εργασίας», το οποίο, σύμφωνα με συνδικαλιστικές οργανώσεις και επικριτές, περιορίζει θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα, επιτρέπει διαπραγματεύσεις μισθών σε επίπεδο επιχείρησης αποδυναμώνοντας τις συλλογικές συμβάσεις και μειώνει τόσο τις εργοδοτικές εισφορές όσο και τις αποζημιώσεις απόλυσης.
Στο πλαίσιο περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος, η κυβέρνηση έχει απολύσει περισσότερους από 42.000 δημοσίους υπαλλήλους και έχει προχωρήσει στην κατάργηση ολόκληρων υπουργείων. Την ίδια ώρα, οι πολίτες διαμαρτύρονται για τις περιορισμένες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, οι οποίες δεν συμβαδίζουν με τον πληθωρισμό, οδηγώντας σε σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τα μέτρα ως αναγκαία για την αποτροπή οικονομικής κατάρρευσης. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε ελαφρώς τον Ιανουάριο του 2026 στο 2,9% σε μηνιαία βάση, ενώ το ποσοστό φτώχειας υποχώρησε στο 31,6% το πρώτο εξάμηνο του 2025, από το 52,9% που είχε καταγραφεί το 2024. Η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση το 2024 λόγω μείωσης της παραγωγικής δραστηριότητας, ενώ η ανεργία για το 2026 εκτιμάται στο 6,6%, με την άτυπη εργασία να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας το 51,6%.
Οι κινητοποιήσεις στην πρωτεύουσα συχνά εξελίσσονται σε συγκρούσεις, με επεισόδια ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικές δυνάμεις. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει αυστηρή γραμμή, προειδοποιώντας ότι όσοι αποκλείουν δρόμους ενδέχεται να χάσουν κοινωνικά επιδόματα και χρησιμοποιώντας δακρυγόνα και αντλίες νερού για τη διάλυση των συγκεντρώσεων.
Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας στοχεύουν, σύμφωνα με την κυβέρνηση, στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων μέσω ευρείας απορρύθμισης. Το νομοσχέδιο προβλέπει αντικατάσταση της εφάπαξ αποζημίωσης απόλυσης με σύστημα εισφορών, επιμήκυνση της δοκιμαστικής περιόδου για νέους εργαζόμενους, κατάργηση προστίμων για εργοδότες που απασχολούν ανασφάλιστους και περιορισμό της συνδικαλιστικής επιρροής. Παράλληλα, το καθεστώς RIGI παρέχει φορολογικά και τελωνειακά κίνητρα σε μεγάλες επενδύσεις για διάστημα 30 ετών, προκαλώντας ανησυχίες για τις επιπτώσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρά τα αυστηρά μέτρα, η απήχηση του Χαβιέρ Μιλέι παραμένει σημαντική, αν και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν τάσεις φθοράς. Η κοινή γνώμη εμφανίζεται βαθιά διχασμένη, με ποσοστό 42-45% να εξακολουθεί να τον στηρίζει, θεωρώντας τον αναγκαία απάντηση στη διαφθορά του παρελθόντος. Ωστόσο, οι νέοι, που αποτέλεσαν βασικό στήριγμα της εκλογικής του επιτυχίας, εμφανίζουν αισθητή μείωση υποστήριξης λόγω περικοπών στην εκπαίδευση και αύξησης του κόστους ζωής.
Η μεσαία τάξη δηλώνει ότι «δεν μπορεί να αντέξει άλλη αύξηση» στις τιμές βασικών υπηρεσιών, ενώ ένα μέρος της κοινωνίας εκτιμά ότι «υπάρχει φως στο τούνελ», επικαλούμενο τη σταδιακή επιβράδυνση του πληθωρισμού.
Διεθνείς οργανισμοί διαβλέπουν ενδείξεις ανάκαμψης. Το ΔΝΤ προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% για τα έτη 2026 και 2027, ενώ ο ΟΟΣΑ εκτιμά ανάπτυξη 3% το 2026 και 3,9% το 2027, με ώθηση από επενδύσεις στους τομείς της ενέργειας και της εξόρυξης. Παράλληλα, εκτιμάται ότι ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να επιβραδύνεται, με ορισμένες προβλέψεις να τον φέρνουν σε μονοψήφια επίπεδα έως το 2027.
Ωστόσο, παρά τις θετικές προβλέψεις, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι κοινωνικές αντοχές δοκιμάζονται. Η υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου ενδέχεται να εντείνει την πολιτική και κοινωνική αστάθεια, ενώ η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει υψηλές υποχρεώσεις αποπληρωμής χρέους και ανησυχίες για υπερτιμημένο πέσο, που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι πόσο θα διατηρηθεί η κοινωνική ανοχή, εάν οι οικονομικές βελτιώσεις δεν μεταφραστούν σύντομα σε ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων.
