Ο Στάρμερ αρνήθηκε να παραχωρήσει στις ΗΠΑ βρετανικές βάσεις στον Ινδικό Ωκεανό για επίθεση στο Ιράν -Η αντίδραση Τραμπ

Ο Στάρμερ αρνήθηκε να παραχωρήσει στις ΗΠΑ βρετανικές βάσεις στον Ινδικό Ωκεανό για επίθεση στο Ιράν -Η αντίδραση Τραμπ

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ φέρεται να απέρριψε το αίτημα του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για τη χρήση βρετανικών στρατιωτικών βάσεων με στόχο ενδεχόμενες επιθέσεις κατά του Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Στάρμερ κατέστησε σαφές ότι μια τέτοια ενέργεια θα συνιστούσε παραβίαση του διεθνούς δικαίου, προκαλώντας ένταση στις σχέσεις Λονδίνου και Ουάσινγκτον.

Η άρνηση αφορά τις εγκαταστάσεις στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον Ινδικό Ωκεανό, καθώς και τη βάση RAF Fairford στο Γκλόστερσιρ, όπου σταθμεύουν αμερικανικά βαρέα βομβαρδιστικά στην Ευρώπη. Με βάση τις πάγιες αμυντικές συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών, για τη χρήση των συγκεκριμένων βάσεων σε επιχειρήσεις κατά τρίτων κρατών απαιτείται προηγούμενη έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης.

Η στάση του Στάρμερ προκάλεσε την αντίδραση του Τραμπ, ο οποίος την Τετάρτη απέσυρε την υποστήριξή του στη συμφωνία για την παραχώρηση των νησιών Τσάγκος στον Μαυρίκιο. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η χρήση των βάσεων είναι απαραίτητη για την αποτροπή επίθεσης από ένα «εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο καθεστώς».

Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι η βρετανική στήριξη θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη, καθώς – όπως ανέφερε – το Ιράν ενδέχεται να αποτελέσει απειλή και για το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο. «Θα είμαστε πάντα έτοιμοι να πολεμήσουμε για το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά πρέπει να παραμείνουν ισχυροί απέναντι στον Woke-ισμό και τα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν», δήλωσε, προσθέτοντας ότι μέσα στις επόμενες δέκα ημέρες θα φανεί αν θα υπάρξει συμφωνία με την Τεχεράνη ή στρατιωτική κλιμάκωση.

Σύμφωνα με δημοσίευμα των The Times, το Λονδίνο εμφανίζεται επιφυλακτικό ως προς την υποστήριξη ενός προληπτικού πλήγματος, υιοθετώντας στάση αντίστοιχη με εκείνη του περασμένου καλοκαιριού. Η βρετανική πλευρά φέρεται να εκτιμά ότι η παροχή διευκολύνσεων θα μπορούσε να εκληφθεί ως συνέργεια σε παράνομη πράξη, δεδομένου ότι το διεθνές δίκαιο δεν διαχωρίζει το κράτος που εκτελεί την επίθεση από εκείνο που τη διευκολύνει, εφόσον έχει γνώση των συνθηκών.

Την ίδια ώρα, ο Λευκός Οίκος καταρτίζει επιχειρησιακά σχέδια, με Αμερικανούς αξιωματούχους να δηλώνουν ότι οι ΗΠΑ θα είναι έτοιμες για στρατιωτική δράση έως το Σάββατο. Πρόκειται, σύμφωνα με πληροφορίες, για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Από την πλευρά της, η Downing Street περιορίστηκε να τονίσει ότι προτεραιότητα παραμένει η περιφερειακή ασφάλεια και ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, αποφεύγοντας να σχολιάσει επιχειρησιακά σενάρια.

Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο της Βρετανίας, το Conservative Party ασκεί πίεση στον Στάρμερ να επιτρέψει τη χρήση των βάσεων, υποστηρίζοντας ότι εφόσον οι ΗΠΑ θεωρούν απαραίτητη τη δράση για λόγους ασφαλείας, το Λονδίνο θα πρέπει να σταθεί στο πλευρό τους. Ο υπουργός Άμυνας Τζέιμς Κάρτλιτζ υπογράμμισε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν συνιστά σοβαρή απειλή για τους συμμάχους.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το κόστος των 35 δισεκατομμυρίων λιρών που συνεπάγεται η συμφωνία για τα Τσάγκος, την οποία η κυβέρνηση θεωρεί κρίσιμη για την εθνική ασφάλεια. Ανώτατοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν κατ’ ιδίαν ότι χωρίς την αμερικανική έγκριση το μέλλον της συμφωνίας διαγράφεται αβέβαιο, παρά τις διαβεβαιώσεις κυβερνητικών στελεχών ότι η σχετική νομοθετική διαδικασία θα προχωρήσει κανονικά.

Exit mobile version