Μία ακόμη υπόθεση ψευδούς καταγγελίας βιασμού απασχόλησε τη Δικαιοσύνη στον Βόλο, με το Μονομελές Πλημμελειοδικείο να επιβάλλει ποινή φυλάκισης εννέα μηνών με αναστολή σε 30χρονη γυναίκα από την Αθήνα, κρίνοντας ότι οι καταγγελίες της σε βάρος συναδέλφου της δεν επιβεβαιώθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Η υπόθεση είχε ξεκινήσει το καλοκαίρι του 2021 σε νησί των Σποράδων, όπου η 30χρονη εργαζόταν εποχικά. Η ίδια είχε καταγγείλει ότι 35χρονος συνάδελφός της σε καφετέρια τη βίασε μέσα στον χώρο που της είχε παραχωρηθεί προσωρινά για διαμονή.
Οι καταγγελίες προκάλεσαν άμεσα την κινητοποίηση των Αρχών, με τον εργαζόμενο να βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις βαρύτερες κατηγορίες του Ποινικού Κώδικα. Ωστόσο, η εξέλιξη της έρευνας ανέτρεψε πλήρως την αρχική εικόνα, καθώς δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς περί βιασμού.
Η έρευνα δεν επιβεβαίωσε κανέναν ισχυρισμό περί κακοποίησης
Μετά την καταγγελία διατάχθηκε άμεσα προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί της 30χρονης. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν οδήγησαν σε ποινική δίωξη του 35χρονου.
Η καταγγελία έγινε περίπου τριάντα έξι ώρες μετά το φερόμενο περιστατικό, ενώ τόσο η εξέταση στο περιφερειακό ιατρείο του νησιού όσο και η μεταγενέστερη ιατροδικαστική εξέταση δεν κατέγραψαν τραύματα, κακώσεις ή οποιοδήποτε ίχνος βίας που να στηρίζει τους ισχυρισμούς περί εξαναγκασμού.
Τελικά, η εισαγγελική Αρχή προχώρησε στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω αμφιβολιών και έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων. Ουσιαστικά, η έρευνα δεν επιβεβαίωσε σε κανένα σημείο ότι είχε διαπραχθεί βιασμός, γεγονός που οδήγησε στη συνέχεια τον 35χρονο να στραφεί νομικά κατά της γυναίκας που τον είχε καταγγείλει.
Η μήνυση του 35χρονου και η καταδίκη της 30χρονης
Μετά την αρχειοθέτηση της υπόθεσης, ο 35χρονος υπέβαλε μήνυση σε βάρος της 30χρονης για ψευδή καταμήνυση, υποστηρίζοντας ότι βρέθηκε άδικα στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά σοβαρής και καταστροφικής κατηγορίας.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο ίδιος ανέφερε ότι οι σχέσεις τους ήταν αποκλειστικά επαγγελματικές και περιορίζονταν στο πλαίσιο της κοινής εργασίας τους στο νησί. Όπως κατέθεσε, ουδέποτε υπήρξε μεταξύ τους κάτι περισσότερο και δήλωσε ότι αδυνατεί να κατανοήσει ποιο ήταν το κίνητρο που οδήγησε την 30χρονη σε μία ψευδή καταγγελία βιασμού εις βάρος του.
Η 30χρονη, από την πλευρά της, επέμεινε μέχρι τέλους στους αρχικούς ισχυρισμούς της, υποστηρίζοντας ότι εξαναγκάστηκε σε σεξουαλική πράξη παρά τη θέλησή της. Περιέγραψε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο συνάδελφός της φέρεται να την τράβηξε από τα μαλλιά και να τη χτυπούσε στην πλάτη κατά τη διάρκεια της πράξης, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε συναινέσει σε καμία στιγμή.
Οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης και η απόφαση του δικαστηρίου
Η συνήγορος υπεράσπισης της 30χρονης προσπάθησε να εξηγήσει γιατί η αρχική καταγγελία δεν οδηγήθηκε ποτέ σε ποινική δίωξη για βιασμό, υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν ελλείψεις και αστοχίες στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Όπως ανέφερε, η καθυστέρηση στην καταγγελία σχετιζόταν με τη δύσκολη ψυχολογική κατάσταση που βιώνει ένα θύμα κακοποίησης, ενώ επεσήμανε ότι στο περιφερειακό ιατρείο του νησιού δεν υπήρχε γυναικολόγος για πληρέστερη εξέταση. Υποστήριξε επίσης ότι η απουσία τραυμάτων ή ενδείξεων βίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν συνέβη βιασμός.
Παρά τους ισχυρισμούς αυτούς, το δικαστήριο δεν πείστηκε από τις εξηγήσεις της κατηγορούμενης. Σύμφωνα με την κρίση της έδρας, κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν δεν επιβεβαίωνε κακοποίηση ή χρήση βίας, ενώ συνολικά η υπόθεση δεν παρείχε επαρκή δεδομένα που να στηρίζουν την αρχική καταγγελία.
Έτσι, η 30χρονη κρίθηκε ένοχη για ψευδή καταγγελία και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών με αναστολή. Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τον σοβαρό αντίκτυπο που έχουν οι ψευδείς καταγγελίες βιασμού, καθώς ακόμη και όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, το κοινωνικό στίγμα και η δημόσια έκθεση για εκείνον που κατηγορήθηκε δύσκολα εξαφανίζονται πλήρως.
