Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν κατόρθωσαν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με το 20ό πακέτο κυρώσεων εις βάρος της Ρωσίας που είχε εισηγηθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οδηγούμενοι σε αδιέξοδο. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε σύγκλιση, κάνοντας λόγο για μια εξέλιξη που συνιστά βήμα προς τα πίσω. Η Ουγγαρία ανέκοψε την υιοθέτηση των νέων περιοριστικών μέτρων, αποδίδοντας την απόφασή της σε καθυστερήσεις από το Κίεβο αναφορικά με την αποκατάσταση της ροής ρωσικού πετρελαίου μέσω αγωγού της σοβιετικής περιόδου. Η συγκεκριμένη εμπλοκή, στην καλύτερη εκδοχή της, μεταθέτει χρονικά την ενεργοποίηση των κυρώσεων, οι οποίες προγραμματιζόταν να τεθούν σε εφαρμογή με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την εισβολή στην Ουκρανία.
Κεντρικός άξονας του πακέτου που είχε παρουσιάσει στις 6 Φεβρουαρίου η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ήταν η καθολική απαγόρευση κάθε ναυτιλιακής δραστηριότητας που συνδέεται με τη Ρωσία. Η πρόταση περιλάμβανε την κατάργηση του μηχανισμού πλαφόν στις τιμές, καθώς και την πλήρη διακοπή της μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου προς τρίτες χώρες. Παράλληλα, προέβλεπε την απαγόρευση παροχής βασικών ασφαλιστικών και ναυτιλιακών υπηρεσιών, ανεξαρτήτως του ύψους της τιμής. Μέχρι σήμερα, ευρωπαϊκά πλοία μπορούν να μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο σε αγορές όπως η Κίνα και η Ινδία, υπό την προϋπόθεση ότι η τιμή διάθεσης δεν υπερβαίνει τα 44,10 δολάρια το βαρέλι. Το σχέδιο, επιπλέον, προέβλεπε την επιβολή κυρώσεων σε άλλα 43 πλοία, αυξάνοντας τον συνολικό αριθμό στα 640, καθώς και την υιοθέτηση μέτρων που θα απέτρεπαν τη Μόσχα από την απόκτηση νέων δεξαμενόπλοιων.
Η προοπτική μιας απόλυτης απαγόρευσης προκάλεσε έντονες επιφυλάξεις σε αρκετά κράτη-μέλη ως προς τις επιπτώσεις της. Οικονομικοί ειδικοί προειδοποίησαν ότι η πλήρης διακοπή της διάθεσης ρωσικού πετρελαίου ενδέχεται να επιφέρει σοβαρή αναστάτωση στην παγκόσμια αγορά και νέα άνοδο στο κόστος της ενέργειας. Παράλληλα, διατυπώθηκαν ανησυχίες για τις συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και του ναυτιλιακού τομέα. Χώρες με ισχυρή ναυτιλιακή παρουσία, όπως η Ελλάδα, η Μάλτα και η Κύπρος, διατύπωσαν επιφυλάξεις. Η Αθήνα και η Βαλέτα ζήτησαν επιπρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά με τις κυρώσεις που αφορούν λιμένες, αλλά και τους αυστηρότερους ελέγχους στις πωλήσεις πλοίων. Σε περίπτωση εφαρμογής της απαγόρευσης, καταγράφηκε ο φόβος ότι το κενό στη μεταφορά θα καλυφθεί από τον «σκιώδη στόλο» που δραστηριοποιείται για λογαριασμό της Ρωσίας, με την Κίνα και την Ινδία να αποκομίζουν οφέλη εις βάρος της Ευρώπης.
Σε διεθνές επίπεδο, η γραμμή που ακολούθησαν οι Βρυξέλλες διαφοροποιήθηκε από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ουάσιγκτον εμφανίστηκε πιο επιφυλακτική, εκφράζοντας ανησυχία για πιθανές συνέπειες στον πληθωρισμό και προκρίνοντας τη συνέχιση της ροής ρωσικού πετρελαίου υπό περιορισμούς, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών. Η απόκλιση αυτή στην προσέγγιση αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και ενόψει της επικείμενης συνόδου του G7.
