Σε ένα περιβάλλον ενεργειακής ακρίβειας και αναζωπύρωσης πληθωριστικών πιέσεων, ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τη φτώχεια, τα οποία καταγράφουν αύξηση –έστω και οριακή– στο ποσοστό της υλικής και κοινωνικής στέρησης, από 14% το 2024 σε 14,9% το 2025, σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών.
Η υλική και κοινωνική στέρηση αποτελεί δείκτη που αποτυπώνει το ποσοστό των πολιτών που αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες και υπηρεσίες. Ορίζεται ως η αδυναμία κάλυψης τουλάχιστον 7 από 13 βασικά αγαθά, όπως στέγαση, λογαριασμοί, υγεία και άλλες θεμελιώδεις ανάγκες.
Μάλιστα, τα δεδομένα για την περίοδο 2024-2025 δείχνουν ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης. Ο συγκεκριμένος δείκτης θεωρείται κρίσιμος για την αποτύπωση της φτώχειας και των συνθηκών διαβίωσης, πέρα από τα επίπεδα εισοδήματος.
Την ίδια στιγμή, μόλις το 4,4% των πολιτών ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του, ενώ το 0,6% δηλώνει ότι δεν είναι καθόλου ικανοποιημένο.
Η απειλή της φτώχειας
Συνολικά, το ποσοστό του πληθυσμού που βρέθηκε το προηγούμενο έτος (εισοδήματα 2024) σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανέρχεται στο 27,5% (2.797 χιλιάδες άτομα), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (26,9%). Στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρώπη 2030», έχει τεθεί στόχος να μειωθεί κατά 15 εκατομμύρια ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονται ή κινδυνεύουν να βρεθούν σε κατάσταση φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια να είναι παιδιά, έως το 2030.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αύξηση του σχετικού δείκτη συνδέεται με την άνοδο του ποσοστού υλικής και κοινωνικής στέρησης, το οποίο έφτασε το 14,9% το 2025, από 14% το 2024.
Ιδιαίτερα υψηλός εμφανίζεται ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για τα παιδιά έως 17 ετών, που διαμορφώνεται στο 29,6%, αυξημένος σε σύγκριση με το 27,9% του 2024.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού βρίσκεται κοντά στα όρια της οικονομικής περιθωριοποίησης, με τις κοινωνικές ανισότητες να παραμένουν έντονες.
Η ένταση εργασίας
Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 18-64 ετών που ζουν σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας εκτιμάται στο 7,6%, παρουσιάζοντας μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2024.
Για τους άνδρες το ποσοστό διαμορφώνεται στο 6,9%, ενώ για τις γυναίκες στο 8,4%.
Ο ρόλος του τουρισμού
Σημειώνεται ότι σε δύο μεγάλες γεωγραφικές ενότητες (Αττική, Νησιά Αιγαίου και Κρήτη) τα ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο, ενώ στη Βόρεια και την Κεντρική Ελλάδα καταγράφονται υψηλότερα επίπεδα. Η ισχυρή συμβολή του τουρισμού, αλλά και της αγροτικής παραγωγής –ιδίως στην Κρήτη– φαίνεται να ενισχύει τις οικονομικές ευκαιρίες στις περιοχές αυτές.
Το ποσοστό των νοικοκυριών με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ανέρχεται στο 36,1%, ενώ για τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα παιδί στο 22,1%.
Η κατοικία
Ο πληθυσμός που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού και κατοικεί σε ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις ανέρχεται σε 22,5%, σε ιδιόκτητη κατοικία χωρίς υποχρεώσεις σε 26,3%, ενώ σε ενοικιαζόμενη κατοικία σε τιμές αγοράς φτάνει το 30,6%.
Τα όρια φτώχειας
Το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στα 7.020 ευρώ ετησίως για ένα άτομο και στα 14.742 ευρώ για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών. Το όριο αυτό αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος, το οποίο εκτιμήθηκε σε 11.700 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο εισόδημα των νοικοκυριών ανήλθε σε 21.724 ευρώ.
Για το 2025, το 19,6% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ποσοστό που παραμένει σταθερό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση υπολογίζονται σε 896 χιλιάδες, με περίπου 1,99 εκατομμύρια άτομα να επηρεάζονται συνολικά.
Ο κίνδυνος φτώχειας για τα παιδιά (0-17 ετών) ανέρχεται στο 22,8%, αυξημένος κατά 0,4 μονάδες σε σχέση με το 2024, ενώ για τις ηλικίες 18-64 ετών διαμορφώνεται στο 18,2% και για τους άνω των 65 ετών στο 20,9%.
Ο ρόλος της εκπαίδευσης
Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος φτώχειας. Για το 2025, το ποσοστό ανέρχεται σε 29,9% για άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, σε 18,3% για όσους έχουν ολοκληρώσει δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε 7,1% για όσους έχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για εργαζόμενους ηλικίας 18-64 ετών διαμορφώνεται στο 9,7%, μειωμένο κατά 0,8 μονάδες σε σχέση με το 2024, ενώ για τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης ανέρχεται στο 9,1% και για όσους εργάζονται μερικώς στο 21,4%.
Το ποσοστό πριν από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται στο 43,9%, μειώνεται στο 23,2% όταν λαμβάνονται υπόψη μόνο οι συντάξεις και διαμορφώνεται στο 19,6% όταν συμπεριλαμβάνονται όλα τα επιδόματα.
Συνολικά, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώνουν τον κίνδυνο φτώχειας κατά 24,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Για το 2025, το βάθος της φτώχειας ανέρχεται στο 21,7% του κατωφλίου, μειωμένο κατά 1,6 μονάδες σε σχέση με το 2024, με το 50% των φτωχών να διαθέτει εισόδημα κάτω από 5.496,6 ευρώ ετησίως.
Το μέσο διαθέσιμο εισόδημα ανά άτομο ανήλθε σε 13.381 ευρώ, αυξημένο κατά 8%, με κύρια πηγή εισοδήματος την εργασία (71,7%) και τις συντάξεις (23%).
Υλική στέρηση στα παιδιά
Το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώνεται στο 14,9% του πληθυσμού.
Για τα παιδιά έως 17 ετών, καταγράφεται αύξηση κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, στο 15,9% το 2025 από 13,9% το 2024.
Για τα άτομα άνω των 65 ετών το ποσοστό ανέρχεται στο 14,1%, ενώ για τις ηλικίες 18-64 ετών στο 15%.
Το 28,3% του πληθυσμού ζει σε κατοικίες με στενότητα χώρου, ποσοστό που φτάνει το 42,9% για τα παιδιά.
Διατροφή
Το 41,6% των φτωχών δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή διατροφή κάθε δεύτερη ημέρα, ενώ το 99,9% αδυνατεί να καλύψει έκτακτες δαπάνες ύψους 500 ευρώ.
Το 82,5% δεν έχει τη δυνατότητα για μία εβδομάδα διακοπών, ενώ το 35,9% δηλώνει ότι δεν μπορεί να διασφαλίσει επαρκή θέρμανση τον χειμώνα.
Το 66,6% δυσκολεύεται να πληρώσει βασικούς λογαριασμούς, ενώ το 67,6% αναφέρει μεγάλη δυσκολία κάλυψης καθημερινών αναγκών.
Η ηχορύπανση
Ποσοστό 20,2% του πληθυσμού αντιμετωπίζει προβλήματα από θόρυβο, είτε από το περιβάλλον είτε από γείτονες.
Όσον αφορά την οικονομική δυνατότητα συμμετοχής σε κοινωνικές δραστηριότητες, το 27,3% δεν μπορεί να συμμετέχει σε δραστηριότητες αναψυχής, ενώ το 34,3% δεν έχει τη δυνατότητα να ξοδεύει χρήματα για προσωπικές ανάγκες ή χόμπι.
Το 7% του πληθυσμού δηλώνει κακή ή πολύ κακή υγεία, ενώ το 24% αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα υγείας.
Το 21,5% όσων χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα δεν την έλαβαν, ενώ το 30,5% δεν προχώρησε σε οδοντιατρική θεραπεία, κυρίως λόγω οικονομικών δυσκολιών ή άλλων εμποδίων.
Ευημερία πληθυσμού
Παράλληλα, μόλις το 4,4% δηλώνει πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του, ενώ το 62% δηλώνει πολύ ικανοποιημένο.
Το 21,8% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει χαμηλά επίπεδα ικανοποίησης, έναντι 6,6% στον μη φτωχό πληθυσμό.
Τέλος, μόνο το 0,7% δηλώνει πλήρη εμπιστοσύνη στους άλλους, ενώ το 5,3% δεν εμπιστεύεται καθόλου τους συνανθρώπους του, με το 28,4% να δηλώνει υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης.
