Σε ηλικία 80 ετών έφυγε από τη ζωή ο Τρέισι Κίντερ, ο πολυβραβευμένος συγγραφέας που ξεχώρισε για την ικανότητά του να μετατρέπει πραγματικές ιστορίες σε αφηγήσεις με τη δυναμική ενός μυθιστορήματος. Από τον κόσμο της τεχνολογίας μέχρι την καθημερινότητα σε γηροκομεία, κατάφερνε να προσεγγίζει σύνθετα θέματα και να τα αναδεικνύει σε εμπορικές και αναγνωστικά επιτυχημένες εκδόσεις.
Ο επί χρόνια εκδότης του επιβεβαίωσε τον θάνατό του την Τετάρτη, επισημαίνοντας: «Το χάρισμα του Τρέισι στην αφήγηση και το ακούραστο ρεπορτάζ του αποτελούν μια διαχρονική αντανάκλαση της ενσυναίσθησης, της ακεραιότητας και της ατελείωτης περιέργειας που έφερνε σε ό,τι κι αν έκανε».
Ο Κίντερ τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ και το National Book Award για το έργο του The Soul of a New Machine (1981), στο οποίο καταγράφει τη λειτουργία μιας νεοσύστατης εταιρείας υπολογιστών, σε μια εποχή που το ευρύ κοινό δεν είχε ακόμη στραφεί στο ενδιαφέρον για τα τεχνολογικά δρώμενα της Σίλικον Βάλεϊ. «Ήταν σαν να πήγαινα σε μια άλλη χώρα», είχε δηλώσει ο ίδιος στο Associated Press εκείνη την περίοδο. «Στην αρχή, δεν καταλάβαινα τίποτα από όσα έλεγαν».
Σύμφωνα με το Guardian, ο συγγραφέας είχε τη συνήθεια να βυθίζεται σε περιβάλλοντα που μέχρι τότε του ήταν άγνωστα. Για τη συγγραφή του βιβλίου Among Schoolchildren (1989), πέρασε έναν ολόκληρο χρόνο σε μια τάξη πέμπτης δημοτικού, αναδεικνύοντας την αφοσίωση μιας δασκάλας σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του Χόλιοκ στη Μασαχουσέτη. Αργότερα, στο Old Friends (1993), κατέγραψε τη σκληρή πραγματικότητα της τρίτης ηλικίας στις ΗΠΑ, εστιάζοντας παράλληλα στον τρόπο με τον οποίο δύο φίλοι διατηρούσαν την αξιοπρέπειά τους μέσα σε έναν οίκο ευγηρίας, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζαν.
Ο Τρέισι Κίντερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1945 και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Δεν αποδεχόταν τον χαρακτηρισμό «λογοτεχνικός δημοσιογράφος», τον οποίο θεωρούσε «επαρμένο», προτιμώντας να περιγράφει τον εαυτό του ως παραμυθά.
