Όταν ο γιατρός παραπέμπει κάποιον σε αξονική τομογραφία, ο ασθενής συχνά ακούει απλώς τη λέξη «αξονική» και δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στην περιοχή που θα εξεταστεί. Στην πράξη όμως, μια αξονική κοιλίας, μια αξονική θώρακα και μια αξονική κεφαλής είναι εξετάσεις που διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, τόσο στην προετοιμασία που απαιτείται όσο και στο τι ακριβώς αξιολογείται.
Η αξονική τομογραφία κεφαλής είναι από τις πιο συχνά παραγγελλόμενες εξετάσεις. Χρησιμοποιείται για γρήγορη αξιολόγηση μετά από τραυματισμό, για διερεύνηση έντονης κεφαλαλγίας αιφνίδιας έναρξης, για έλεγχο σε υποψία αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και για πολλές άλλες νευρολογικές ενδείξεις. Είναι γρήγορη, η λήψη διαρκεί κυριολεκτικά δευτερόλεπτα, και δεν απαιτεί ιδιαίτερη προετοιμασία στις περισσότερες περιπτώσεις. Ωστόσο, για αξιολόγηση παθήσεων εγκεφάλου που αφορούν μαλακούς ιστούς, η μαγνητική τομογραφία παρέχει καλύτερη ανάλυση.
Η αξονική θώρακα είναι εξέταση εκλογής για διερεύνηση παθήσεων πνευμόνων, μεσοθωρακίου και αορτής. Χρησιμοποιείται στη διερεύνηση πνευμονίας που δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία, στην αξιολόγηση οζιδίων που ανευρίσκονται τυχαία σε ακτινογραφία, και στον έλεγχο για θρομβοεμβολή πνεύμονα, για την οποία χρησιμοποιείται ειδικό πρωτόκολλο με σκιαγραφικό και γρήγορη λήψη. Σε αυτή την εξέταση, ο εξεταζόμενος καλείται συνήθως να κρατήσει την αναπνοή του για λίγα δευτερόλεπτα κατά τη λήψη, ώστε να αποφευχθεί η θόλωση της εικόνας.
Η αξονική κοιλίας και πυέλου είναι ίσως η εξέταση που απαιτεί τη μεγαλύτερη προετοιμασία. Συχνά ζητείται νηστεία για αρκετές ώρες πριν, ενώ σε ορισμένα πρωτόκολλα απαιτείται χορήγηση σκιαγραφικού τόσο ενδοφλέβια όσο και από το στόμα. Η εξέταση αξιολογεί ήπαρ, σπλήνα, πάγκρεας, νεφρά, επινεφρίδια, λεμφαδένες και έντερο. Αν ψάχνεις για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πώς γίνεται η αξονική τομογραφία και τι προετοιμασία χρειάζεται ανάλογα με την περιοχή, τα εξειδικευμένα διαγνωστικά κέντρα παρέχουν συνήθως αναλυτικές οδηγίες ανά τύπο εξέτασης.
Ένα στοιχείο που δεν γνωρίζουν πολλοί είναι η έννοια του «πρωτοκόλλου». Δεν υπάρχει μία και μοναδική αξονική: κάθε κλινικό ερώτημα έχει το δικό του πρωτόκολλο, που καθορίζει τη φάση λήψης (πριν ή μετά σκιαγραφικό, αρτηριακή ή φλεβική φάση), τον αριθμό των τομών και το πάχος τους. Γι’ αυτό είναι σημαντικό το παραπεμπτικό του γιατρού να αναφέρει με ακρίβεια την κλινική ένδειξη και όχι μόνο την ανατομική περιοχή, ώστε ο ακτινολόγος να επιλέξει το σωστό πρωτόκολλο.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η έννοια της αξονικής ολόσωμης σάρωσης. Αυτή η εξέταση, που καλύπτει από τον αυχένα έως την πύελο, χρησιμοποιείται κυρίως σε περιπτώσεις τραύματος ή στην ογκολογική σταδιοποίηση, και όχι ως ρουτίνα πρόληψης. Η έκθεση σε ακτινοβολία από μια τέτοια εξέταση είναι σημαντική, και η χρήση της πρέπει να αποφασίζεται αποκλειστικά από ιατρό με συγκεκριμένη κλινική ένδειξη.
