Λάρισα: Στις 27 και 28 Απριλίου η συνέχεια της δίκης για τα Τέμπη

Λάρισα: Στις 27 και 28 Απριλίου η συνέχεια της δίκης για τα Τέμπη

Με τη διαδικασία υποβολής δηλώσεων για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας από συγγενείς θυμάτων, τραυματίες και δικηγορικούς συλλόγους ολοκληρώθηκε η χθεσινή συνεδρίαση στη δίκη για το προδιαγεγραμμένο έγκλημα των Τεμπών. Το δικαστήριο όρισε ως επόμενες ημερομηνίες εκδίκασης την 27η και 28η Απριλίου.

Πρόκειται για την κύρια δίκη που διεξάγεται στη Λάρισα, στο συγκρότημα «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (πρώην ΤΕΙ). Και σήμερα, όπως και στις προηγούμενες συνεδριάσεις, η διαδικασία πραγματοποιήθηκε κάτω από τις ίδιες απαράδεκτες συνθήκες, για τις οποίες αποδίδεται πλήρης ευθύνη στην κυβέρνηση. Για ακόμη μία φορά επικράτησαν περιορισμοί και αυστηροί έλεγχοι σε βάρος συγγενών των θυμάτων και τραυματιών, ενώ έντονη ήταν και πάλι η παρουσία αστυνομικών δυνάμεων εντός και εκτός της δικαστικής αίθουσας. Η κυβέρνηση, αντί να επιλύσει το ζήτημα της καταλληλότητας του χώρου, έχει μετατρέψει τη δίκη σε διαδικασία «κεκλεισμένων των θυρών», μακριά από τη δημόσια θέα, καθώς φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι παραμένουν αποκλεισμένοι, σε μια προσπάθεια –όπως καταγγέλλεται– να μην αναδειχθούν οι πραγματικές αιτίες του εγκλήματος και κυρίως οι ευθύνες που της αποδίδονται για την εφαρμογή μιας πολιτικής που, στο όνομα του κέρδους, θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι η δίκη σχετικά με τα αποκαλούμενα «εξαφανισμένα» βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας που συγκρούστηκε με την επιβατική αναβλήθηκε επ’ αόριστον, καθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έκανε αποδεκτό το αίτημα αποχής της προέδρου. Παρ’ όλα αυτά, μετά τη μερική ικανοποίηση των αιτημάτων τους, οι συνήγοροι και οι συγγενείς των θυμάτων έχουν πλέον στη διάθεσή τους οπτικό υλικό που κατασχέθηκε από τις αρχές και το οποίο είχε δοθεί στους δικαστικούς πραγματογνώμονες που βρέθηκαν από τις πρώτες ώρες στο σημείο της τραγωδίας. Πρόκειται για υλικό που, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν συγγενείς και νομικοί εκπρόσωποι, τεκμηριώνει αλλοίωση του χώρου του πολύνεκρου συμβάντος κατά τις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση, το λεγόμενο «μπάζωμα», στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο λόγω της πιθανής σοβαρής παραποίησης βασικών αποδεικτικών δεδομένων της υπόθεσης.

Όπως ανέφερε στην τελευταία ανακοίνωσή του ο Σύλλογος Συγγενών των Θυμάτων, πρόκειται για «στοιχεία που αποκάλυψαν νέα μεγάλα κενά στην ανάκριση για τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν τις πρώτες κρίσιμες ώρες του εγκλήματος. Στοιχεία που επιβεβαίωσαν για μια ακόμα φορά ότι θα έπρεπε και το ζήτημα αυτό να αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης και ότι ο κατατεμαχισμός της υπόθεσης του εγκλήματος των Τεμπών σε επιμέρους δίκες έχει ως στόχο το “πετσόκομμα” στην αποκάλυψη της αλήθειας».

Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο, αλλά και επιπλέον υλικό δεν έχει ενταχθεί μέχρι σήμερα στη δικογραφία της κύριας δίκης –καθώς κατασχέθηκε τρία χρόνια αργότερα–, σε συνδυασμό με την ταχεία ολοκλήρωση της ανάκρισης και τα σοβαρά κενά που παρουσιάζει, το ελλιπές κατηγορητήριο, τον διαχωρισμό της υπόθεσης σε επιμέρους δίκες, καθώς και την απουσία πολιτικών προσώπων και κυβερνητικών στελεχών από τον κατάλογο των κατηγορουμένων, συνθέτουν –όπως επισημαίνεται– μια «αλυσίδα» ενεργειών που οδηγεί στη συγκάλυψη των πραγματικών αιτιών της τραγωδίας με τη σύγκρουση των τρένων.

Τέλος, έγινε γνωστό ότι στην επόμενη συνεδρίαση αναμένεται να δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας το ελληνικό Δημόσιο. Αυτό συμβαίνει ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα εκδόθηκε απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία επιδικάζεται αποζημίωση ύψους περίπου 400.000 ευρώ σε τέσσερις συγγενείς θυμάτων, αποδίδοντας σημαντικές ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για το δυστύχημα.

Η απόφαση αναφέρεται σε σοβαρές παραλείψεις και σε ελλείψεις στα συστήματα ασφαλείας, οι οποίες, εάν δεν υπήρχαν, το δυστύχημα θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι «αν λειτουργούσε πλήρως το σύστημα GSM-R, ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας IC 62 θα είχε τη δυνατότητα, μόλις αντιλήφθηκε ότι κινείται στη γραμμή καθόδου, να επικοινωνήσει με το μηχανοδηγό του αντίθετα κινούμενου εμπορικού συρμού 63503 και να συνειδητοποιήσουν και οι δυο ότι βρίσκονται σε συγκρουσιακή πορεία».

Παράλληλα, καταλήγει ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται –όπως επισημαίνεται– για το ίδιο το κράτος που, μαζί με τις κυβερνήσεις, την ΕΕ και τους θεσμούς της, κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, υλοποιώντας μια πολιτική η οποία, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των κερδών των μονοπωλιακών ομίλων, οδηγεί σε εγκληματικές καταστάσεις εις βάρος εργαζομένων και κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στη συγκάλυψή τους.

Exit mobile version