Παραπληροφόρηση έως και fake news η “υποχρεωτική” συνεπιμέλεια

Η κατασκευή ενός αφηγήματος που δεν υπάρχει πουθενά στον Νόμο 4800/2021

Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα οργανωμένο επικοινωνιακό αφήγημα γύρω από τον Νόμο 4800/2021. Ένα αφήγημα που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά από ορισμένα blogs, ακτιβιστικούς κύκλους, τηλεοπτικά πάνελ και τμήμα του Τύπου: ότι δήθεν στην Ελλάδα επιβλήθηκε «υποχρεωτική συνεπιμέλεια».

Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι απλώς υπερβολικός. Είναι νομικά ανακριβής και παραπλανητικός.

Ο όρος «υποχρεωτική συνεπιμέλεια» δεν υπάρχει πουθενά στον Ν. 4800/2021. Δεν υπάρχει σε κανένα άρθρο του νόμου, σε καμία αιτιολογική έκθεση, σε καμία διάταξη του Αστικού Κώδικα που τροποποιήθηκε το 2021. Παρ’ όλα αυτά, ο συγκεκριμένος όρος επαναλαμβάνεται συνεχώς σαν να αποτελεί πραγματικό νομικό καθεστώς.

Αυτό δεν είναι αθώο λάθος ορολογίας. Όταν ένας νομικός όρος χρησιμοποιείται επαναλαμβανόμενα ενώ δεν προβλέπεται από το ισχύον δίκαιο, δημιουργείται στο κοινό ψευδής εικόνα για το περιεχόμενο του νόμου. Και όταν αυτή η ψευδής εικόνα χρησιμοποιείται για να παρουσιαστεί η συνεπιμέλεια περίπου ως μηχανισμός «θεσμικής κακοποίησης», τότε δεν μιλάμε πλέον για απλή άποψη αλλά για σοβαρή παραπληροφόρηση.

Ο Νόμος 4800/2021 δεν εισήγαγε «υποχρεωτική συνεπιμέλεια». Εισήγαγε την αρχή της κοινής και ουσιαστικής συμμετοχής και των δύο γονέων στην ανατροφή του παιδιού μετά τον χωρισμό. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικό πράγμα. Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι ότι το παιδί έχει δικαίωμα και στους δύο γονείς του, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση. Αυτή είναι η ουσία της μεταρρύθμισης.

Το άρθρο 1511 ΑΚ διατηρεί ως υπέρτατο κριτήριο το συμφέρον του τέκνου. Το δικαστήριο εξακολουθεί να εξετάζει κάθε υπόθεση εξατομικευμένα. Ούτε καταργήθηκε η δικαστική κρίση ούτε επιβλήθηκε αυτοματοποιημένη κατανομή χρόνου.

Αντιθέτως, ο νόμος προβλέπει δυνατότητα αποκλίσεων όταν:

Άρα ποια ακριβώς «υποχρεωτικότητα» υπάρχει;

Η απάντηση είναι απλή: δεν υπάρχει.

Αυτό που πραγματικά ενόχλησε ορισμένους κύκλους δεν ήταν η επιβολή κάποιας ανύπαρκτης «υποχρεωτικής συνεπιμέλειας». Ήταν το γεγονός ότι για πρώτη φορά το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο απομακρύνθηκε από το παλαιό μοντέλο της σχεδόν αυτοματοποιημένης ανάθεσης της καθημερινής φροντίδας αποκλειστικά στη μητέρα.

Για δεκαετίες, χιλιάδες πατέρες στην Ελλάδα περιορίζονταν πρακτικά σε ρόλο «επισκέπτη» στη ζωή των παιδιών τους. Η επικοινωνία συχνά κατέληγε σε λίγες ώρες κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο. Σε πολλές περιπτώσεις, η πατρική παρουσία αποδυναμωνόταν τόσο ώστε το παιδί να αποξενώνεται σταδιακά από τον έναν γονέα.

Ο Ν. 4800/2021 προσπάθησε να αλλάξει αυτή τη λογική. Και ακριβώς γι’ αυτό πολεμήθηκε.

Η χρήση του όρου «υποχρεωτική συνεπιμέλεια» λειτουργεί επικοινωνιακά σαν εργαλείο φόβου. Δημιουργεί την ψευδή εντύπωση ότι ακόμη και σε περιπτώσεις κακοποίησης τα δικαστήρια δήθεν υποχρεώνονται να επιβάλουν συνεπιμέλεια. Αυτό είναι νομικά ψευδές.

Τα ελληνικά δικαστήρια συνεχίζουν να έχουν πλήρη διακριτική ευχέρεια. Η νομολογία μετά το 2021 περιλαμβάνει:

Άρα η εικόνα που παρουσιάζεται δημόσια από ορισμένους αρθρογράφους περί «υποχρεωτικού μοντέλου» δεν ανταποκρίνεται στη νομική πραγματικότητα.

Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα:

Γιατί συνεχίζεται η αναπαραγωγή ενός όρου που δεν υπάρχει στον νόμο;

Η απάντηση βρίσκεται στην πολιτική και ιδεολογική χρήση της γλώσσας. Όταν ένας όρος επαναλαμβάνεται διαρκώς στα ΜΜΕ, στα κοινωνικά δίκτυα και σε ακτιβιστικά κείμενα, δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για πραγματικό νομικό καθεστώς.

Όμως το δίκαιο δεν λειτουργεί με συνθήματα, η σοβαρή νομική ανάλυση απαιτεί ακρίβεια.

Η πραγματική εικόνα της παιδικής κακοποίησης και τα στατιστικά που αποσιωπώνται

Ένα από τα πιο επιθετικά επιχειρήματα κατά της συνεπιμέλειας είναι ότι δήθεν η ενίσχυση της πατρικής παρουσίας αυξάνει τον κίνδυνο κακοποίησης των παιδιών. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό επιχείρημα που θα έπρεπε να στηρίζεται σε αδιάσειστα και διαφανή στατιστικά δεδομένα.

Όμως εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για όσους αναπαράγουν το αφήγημα της «υποχρεωτικής συνεπιμέλειας».

Για χρόνια, το Χαμόγελο του Παιδιού δημοσίευε ετήσιες στατιστικές καταγραφές περιστατικών κακοποίησης και παραμέλησης ανηλίκων. Σε αρκετές από αυτές τις καταγραφές εμφανιζόταν συχνότερα η μητέρα ως καταγγελλόμενος δράστης σε σχέση με τον πατέρα, ιδιαίτερα σε υποθέσεις παραμέλησης, ψυχολογικής κακοποίησης ή ενδοοικογενειακής δυσλειτουργίας. Αυτό το στοιχείο ήταν εξαιρετικά άβολο για όσους προσπαθούσαν να παρουσιάσουν μονοδιάστατα τον πατέρα ως «φυσικό θύτη» και τη μητέρα ως «φυσικό θύμα».

Στατιστικά Χαμόγελο του Παιδιού

Αντί λοιπόν να γίνει μια σοβαρή δημόσια συζήτηση γύρω από την πολυπλοκότητα της παιδικής κακοποίησης, άρχισε σταδιακά να επικρατεί μια περίεργη αποσιώπηση αυτών των δεδομένων.

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια οι αναλυτικές δημοσιεύσεις τέτοιων στατιστικών στοιχείων σταμάτησαν να δημοσιεύονται! Και αυτό γεννά εύλογα ερωτήματα. Γιατί σταμάτησε η συστηματική ανάδειξη αυτών των αριθμών; Γιατί δεν γίνεται δημόσια συζήτηση για τις περιπτώσεις όπου η κακοποίηση, η παραμέληση ή η ψυχολογική χειραγώγηση προέρχονται από τη μητέρα; Γιατί όταν η κακοποίηση προέρχεται από πατέρα γίνεται γενίκευση για «πατριαρχική βία», ενώ όταν προέρχεται από μητέρα αντιμετωπίζεται ως «μεμονωμένο περιστατικό»;

Η παιδική κακοποίηση δεν έχει φύλο.

Και όποιος προσπαθεί να την μετατρέψει σε ιδεολογικό εργαλείο κάνει τεράστια ζημιά στα πραγματικά θύματα. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να καλλιεργείται κοινωνικά η ιδέα ότι η μητέρα είναι πάντοτε ασφαλής γονέας και ο πατέρας δυνητικά ύποπτος. Αυτή η λογική δεν στηρίζεται στο δίκαιο, δεν στηρίζεται στην επιστήμη και δεν στηρίζεται ούτε στην ίδια τη δικαστηριακή εμπειρία.

Υπάρχουν μητέρες εξαιρετικές. Υπάρχουν πατέρες εξαιρετικοί. Υπάρχουν επίσης κακοποιητικοί γονείς και στα δύο φύλα. Η σοβαρή προστασία του παιδιού απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση και όχι ιδεολογικά στερεότυπα.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι άλλο.

Σε μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου, η έννοια της παιδικής προστασίας χρησιμοποιείται επιλεκτικά μόνο όταν εξυπηρετεί την επίθεση κατά της συνεπιμέλειας. Δεν υπάρχει αντίστοιχη ένταση δημόσιας συζήτησης:

Κι όμως, αυτά είναι πραγματικά προβλήματα. Και έχουν αναγνωριστεί τόσο από δικαστήρια όσο και από ειδικούς ψυχικής υγείας διεθνώς.

Παγκόσμια στατιστικά επιβεβαιώνουν ότι η εφαρμογή της συνεπιμέλειας μειώνει την ενδοοικογενειακή βία

Ένα ακόμη στοιχείο που αποσιωπάται συστηματικά από όσους επιτίθενται στη συνεπιμέλεια είναι ότι ολοένα και περισσότερες διεθνείς έρευνες καταγράφουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που διαδίδεται δημόσια. Η κυρίαρχη προπαγανδιστική αφήγηση παρουσιάζει τη συνεπιμέλεια περίπου ως μηχανισμό αύξησης της ενδοοικογενειακής βίας. Όμως τα πραγματικά δεδομένα από χώρες που εφάρμοσαν μοντέλα κοινής ανατροφής δείχνουν σε πολλές περιπτώσεις μείωση ενδοοικογενειακής βίας, μείωση ακραίων συμπεριφορών και αποσυμπίεση των μεταδιαζευκτικών εντάσεων. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Ισπανία, όπου οικονομική και κοινωνική έρευνα κατέγραψε σημαντική μείωση της ενδοοικογενειακής βίας μετά την εφαρμογή νόμων κοινής επιμέλειας, περίπου κατά 50%! Αντίστοιχα ευρήματα εμφανίστηκαν και σε αναλύσεις από την Αυστρία, ενώ οργανισμοί και ερευνητικά προγράμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν εξετάσει το πώς η ισόρροπη γονική συμμετοχή μειώνει τα κίνητρα συγκρουσιακής συμπεριφοράς γύρω από την επιμέλεια.

Η διεθνής εικόνα είναι πλέον πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό αφήγημα που κυκλοφορεί σε μέρος του δημόσιου λόγου. Σε χώρες όπως η Ισπανία, η Αυστρία, η Αυστραλία, ο Καναδάς και άλλες δυτικές έννομες τάξεις, η ενεργή συμμετοχή και των δύο γονέων συνδέεται συχνά με καλύτερους δείκτες οικογενειακής σταθερότητας, μικρότερη ψυχολογική επιβάρυνση των παιδιών και περιορισμό ακραίων συγκρουσιακών συμπεριφορών. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η συνεπιμέλεια εφαρμόζεται μηχανιστικά ή χωρίς εξαιρέσεις σε περιπτώσεις πραγματικής κακοποίησης. Σημαίνει όμως ότι καταρρέει ο ισχυρισμός πως η κοινή ανατροφή οδηγεί δήθεν νομοτελειακά σε αύξηση της βίας. Τα διεθνή στατιστικά δείχνουν ότι όταν το σύστημα λειτουργεί με σοβαρή δικαστική κρίση, γρήγορη απονομή δικαιοσύνης και ουσιαστική προστασία του παιδιού, η συνεπιμέλεια μπορεί να λειτουργήσει σταθεροποιητικά και όχι καταστροφικά.

Οι ψευδείς γνωματεύσεις, οι καταγγελίες και η σκοτεινή πλευρά των οικογενειακών διαφορών

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη συνεπιμέλεια συχνά παρουσιάζεται σαν να υπάρχει μόνο μία κατεύθυνση κακοποίησης: από τον πατέρα προς τη μητέρα ή το παιδί. Όμως η πραγματικότητα των οικογενειακών δικαστηρίων είναι πολύ πιο σύνθετη.

Τα τελευταία χρόνια ήρθαν στο φως σοβαρές καταγγελίες και δικαστικές έρευνες που αφορούν υποθέσεις ψευδών γνωματεύσεων, αμφισβητούμενων πραγματογνωμοσυνών και καταγγελιών περί σεξουαλικής κακοποίησης που τελικά δεν επιβεβαιώθηκαν.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν:

οι οποίες συνδέθηκαν δημόσια με καταγγελίες περί αμφισβητούμενων αξιολογήσεων σε οικογενειακές διαφορές. Οι υποθέσεις αυτές εξετάζονται από τη Δικαιοσύνη και πρέπει να αντιμετωπίζονται με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη τέτοιων ερευνών αρκεί για να δείξει ότι το σύστημα δεν είναι άμοιρο προβλημάτων.

Και εδώ βρίσκεται το τεράστιο κενό της δημόσιας συζήτησης. Όταν εμφανίζονται υποθέσεις όπου:

τότε μεγάλο μέρος των ΜΜΕ σιωπά…

Αντιθέτως, όταν δημοσιοποιείται μια καταγγελία κατά πατέρα, πολλές φορές παρουσιάζεται σχεδόν ως τετελεσμένο γεγονός πριν υπάρξει δικαστική κρίση. Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Η εργαλειοποίηση ποινικών καταγγελιών μέσα σε συγκρουσιακές επιμέλειες αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο. Και αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταγγελίες είναι πάντα ψευδείς. Σημαίνει όμως ότι το κράτος οφείλει να εξετάζει κάθε υπόθεση με αυστηρή αποδεικτική διαδικασία.

Η προστασία του παιδιού δεν υπηρετείται ούτε από τη συγκάλυψη πραγματικής κακοποίησης ούτε από την αδιακρίτως αποδοχή κάθε καταγγελίας χωρίς επαρκή έλεγχο.

Η Δικαιοσύνη οφείλει:

Όμως αντί να γίνει αυτή η σοβαρή συζήτηση, μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου περιορίζεται σε ένα απλοϊκό σχήμα:
Πατέρας = δυνητικός θύτης
Μητέρα = αυτονόητο θύμα

Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Είναι ιδεολογική καρικατούρα.

Η γονική αποξένωση αναγνωρίζεται διεθνώς – όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το αποκρύψουν

Ένα από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα κατά της γονικής αποξένωσης είναι ότι δήθεν «δεν αναγνωρίζεται πουθενά». Η πραγματικότητα είναι ακριβώς αντίθετη. Αυτό που αμφισβητείται σε ορισμένους επιστημονικούς κύκλους δεν είναι το ίδιο το φαινόμενο της αποξένωσης αλλά ο όρος “Parental Alienation Syndrome” ως αυτόνομη ψυχιατρική διάγνωση.

Η ίδια, όμως, η συστηματική διάρρηξη της σχέσης παιδιού – γονέα αναγνωρίζεται διεθνώς από δικαστήρια όπως και εκτενής επιστημονική βιβλιογραφία, κοινωνικές υπηρεσίες και νομοθεσίες. Ήδη, πολλές χώρες έχουν νομοθετήσει τόσο για την αντιμετώπιση της καθεαυτό γονεϊκής αποξένωσης, όσο και της συνολικής διάρρηξης τέκνου-γονέα εξ αιτίας πράξεων και ενεργειών του έτερου γονέα, όπως η Βραζιλία, η Δανία, η Ιταλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πολωνία, το Μεξικό, η Αυστραλία και άλλες χώρες.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει τη διάρρηξη σχέσης παιδιού – γονέα

Ένα από τα πιο διαδεδομένα επιχειρήματα στον δημόσιο διάλογο είναι ότι «ο ΠΟΥ δεν αναγνωρίζει τη γονική αποξένωση». Η φράση αυτή είναι μισή αλήθεια. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πράγματι δεν έχει εντάξει το “Parental Alienation Syndrome” ως αυτόνομη ψυχιατρική διαταραχή στο ICD-11.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αγνοεί το φαινόμενο της διάρρηξης της σχέσης παιδιού – γονέα. Στο ICD-11 υπάρχει ο κωδικός QE52.0 με τίτλο: «Caregiver-child relationship problem» Δηλαδή: «Ανεπαρκής ή προβληματική αλληλεπίδραση φροντιστή – παιδιού». Ο συγκεκριμένος κωδικός χρησιμοποιείται για να περιγράψει σοβαρές δυσλειτουργίες στη σχέση παιδιού – γονέα.

Σε πολλές περιπτώσεις, τέτοιες καταστάσεις συνδέονται με:

Επιπλέον, η διεθνής βιβλιογραφία έχει συνδέσει τέτοιες καταστάσεις με σοβαρές ψυχικές συνέπειες όπως:

Η σοβαρότητα αυτών των ψυχικών επιπτώσεων δείχνει ακριβώς γιατί η διάρρηξη της σχέσης παιδιού – γονέα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «ανύπαρκτο πρόβλημα».

Άρα τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Ο ΠΟΥ δεν αναγνωρίζει το PAS ως αυτοτελές «σύνδρομο».

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζει:

Η διαφορά είναι κρίσιμη.

Και όμως, στον δημόσιο διάλογο αυτή η διάκριση αποκρύπτεται συστηματικά.

Ο Αστικός Κώδικας ήδη αναγνωρίζει ουσιαστικά τη γονική αποξένωση μέσω του άρθρου 1532 ΑΚ

Ένα ακόμη στοιχείο που συχνά αποκρύπτεται είναι ότι το ελληνικό δίκαιο ήδη αντιμετωπίζει τη διάρρηξη της σχέσης παιδιού – γονέα ως σοβαρό ζήτημα. Το άρθρο 1532 ΑΚ προβλέπει συνέπειες κακής άσκησης γονικής μέριμνας. Στην παράγραφο β’ προβλέπεται δυνατότητα δικαστικής παρέμβασης όταν προκαλείται διάρρηξη των σχέσεων του τέκνου με τον άλλο γονέα λόγω ενεργειών του ασκούντος τη γονική μέριμνα.

Αυτό στην ουσία αποτελεί νομική περιγραφή της γονικής αποξένωσης. Ο όρος μπορεί να μην χρησιμοποιείται ρητά, αλλά το φαινόμενο περιγράφεται ξεκάθαρα. Δηλαδή τι λέει ο νομοθέτης;

Ότι όταν ένας γονέας:

τότε αυτό μπορεί να θεωρηθεί κακή άσκηση γονικής μέριμνας.

Και οι συνέπειες μπορεί να είναι εξαιρετικά σοβαρές:

Άρα είναι παράδοξο να υποστηρίζεται δημόσια ότι η γονική αποξένωση «δεν υπάρχει», όταν το ίδιο το ελληνικό δίκαιο προβλέπει κυρώσεις για συμπεριφορές.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η απροθυμία ορισμένων κύκλων να αποδεχθούν ότι και ο αποκλεισμός του ενός γονέα από τη ζωή του παιδιού μπορεί να αποτελεί μορφή ψυχολογικής βλάβης. Και αυτή ακριβώς ήταν η μεγάλη τομή του Ν. 4800/2021.

Για πρώτη φορά το ελληνικό δίκαιο έστειλε καθαρό μήνυμα ότι:

Και γι’ αυτό ακριβώς επιχειρείται μέχρι σήμερα η διαστρέβλωσή της μέσω του ψευδούς αφηγήματος περί «υποχρεωτικής συνεπιμέλειας».

Το πιο ανησυχητικό σε όλη αυτή τη δημόσια συζήτηση δεν είναι μόνο η παραπληροφόρηση. Είναι η κανονικοποίησή της. Εδώ και χρόνια, ιστοσελίδες, blogs, αρθρογράφοι και ακτιβιστικοί κύκλοι επαναλαμβάνουν διαρκώς τον ανύπαρκτο νομικό όρο «υποχρεωτική συνεπιμέλεια», παρουσιάζοντας ως πραγματικότητα κάτι που δεν προβλέπεται πουθενά στον Ν. 4800/2021. Αναπαράγουν μονομερώς ακραίες περιπτώσεις, αποκρύπτουν στατιστικά δεδομένα, αποσιωπούν τη γονική αποξένωση και παρουσιάζουν σχεδόν συλλογικά τους πατέρες ως δυνητικούς θύτες.

Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα:

Όλες αυτές οι ενημερωτικές σελίδες που παραπληροφορούν μέσω δημοσιογράφων, αρθρογράφων ή ακτιβιστών δεν υπόκεινται στους νόμους περί διασποράς ψευδών ειδήσεων και δημοσιογραφικής δεοντολογίας; Ως πότε το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και η ΕΣΗΕΑ θα παραμένουν θεατές χωρίς δημόσια παρέμβαση απέναντι σε τόσο σοβαρή παραπληροφόρηση; Και τελικά, υπάρχει λόγος που επί χρόνια δεν έχει υπάρξει ούτε ουσιαστικός έλεγχος ούτε δημόσια επίπληξη απέναντι σε αυτή τη συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας;

Πηγές:

  1. Νόμος Συνεπιμέλειας 4800/2021
  2. Άρθρο 1511 – Αστικός Κώδικας – Άσκηση – ανάθεση γονικής μέριμνας κατά το συμφέρον του τέκνου
  3. Άρθρο 1532 Αστικού Κώδικα – Συνέπειες κακής άσκησης γονικής μέριμνας
  4. Χαμόγελο του Παιδιού – Στατιστικά Παιδικής Κακοποίησης Πίνακας 1
  5. Χαμόγελο του Παιδιού – Στατιστικά Παιδικής Κακοποίησης Πίνακας 2
  6. Ισπανία: Έρευνα μείωσης ενδοοικογενειακής βίας μετά την εφαρμογή της συνεπιμέλειας
  7. Spain: Shared residence reduces domestic violence
  8. Αυστρία: Καταγραφή μείωσης ενδοοικογενειακής βίας μετά την εφαρμογή της συνεπιμέλειας
  9. OECD / Ευρωπαϊκές αναλύσεις — Η συνεπιμέλεια μειώνει την ενδοοικογενειακή βία
  10. Βραζιλία: Αναγνώριση και νομοθέτηση για την καταπολέμηση της γονεϊκής αποξένωσης
  11. Μεξικό: Αναγνώριση και νομοθέτηση για την καταπολέμηση της γονεϊκής αποξένωσης
  12. Αγγλία & Ουαλία: Αναγνώριση και νομοθέτηση για την καταπολέμηση της γονεϊκής αποξένωσης
  13. Ιταλία: Νομοθέτηση για την αποξένωση και την παρεμπόδιση επικοινωνίας γονέα-τέκνου
  14. Δανία: Αναγνώριση και νομοθέτηση για την καταπολέμηση της γονεϊκής αποξένωσης
  15. WHO – Parental alienation FAQ (ICD‑11 / Caregiver‑child relationship problem)

Exit mobile version