Η αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής είναι μια φλεγμονώδης αντίδραση του δέρματος που εμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει μια συγκεκριμένη ουσία ως αλλεργιογόνο. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι έντονος κνησμός, κοκκινίλα, ξηρότητα, απολέπιση ή ακόμη και μικρές φυσαλίδες στο σημείο που ήρθε σε επαφή με την υπεύθυνη ουσία.
Μπορεί να προκληθεί από αντικείμενα και προϊόντα που χρησιμοποιούμε καθημερινά: κοσμήματα, καλλυντικά, αρώματα, βαφές μαλλιών, προϊόντα περιποίησης, γάντια ή επαγγελματικά υλικά.
Ένα χαρακτηριστικό της είναι ότι η αλλεργία μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε ένα προϊόν που χρησιμοποιούσαμε για χρόνια χωρίς κανένα πρόβλημα.
Πώς δημιουργείται η αλλεργία;
Η αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής είναι αντίδραση καθυστερημένης υπερευαισθησίας τύπου IV.
Για να εμφανιστεί, συνήθως πρέπει πρώτα να έχει προηγηθεί ευαισθητοποίηση. Κατά την αρχική επαφή με μια ουσία, το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να «μάθει» να την αναγνωρίζει. Η διαδικασία αυτή δεν προκαλεί απαραίτητα ορατά συμπτώματα.
Όταν όμως το ευαισθητοποιημένο άτομο εκτεθεί ξανά στο ίδιο αλλεργιογόνο, ενεργοποιούνται ειδικά Τ-λεμφοκύτταρα και προκαλείται φλεγμονώδης αντίδραση στο δέρμα.
Γι’ αυτό κάποιος μπορεί να φορά ένα κόσμημα ή να χρησιμοποιεί μια κρέμα επί χρόνια και ξαφνικά να αρχίσει να εμφανίζει έκζεμα κάθε φορά που έρχεται σε επαφή με το συγκεκριμένο αλλεργιογόνο.
Ποια συμπτώματα προκαλεί;
Η αντίδραση δεν είναι συνήθως άμεση. Συχνά εμφανίζεται 24 έως 72 ώρες μετά την έκθεση, γεγονός που μερικές φορές κάνει δύσκολο τον εντοπισμό της αιτίας.
Στην οξεία φάση μπορεί να εμφανιστούν:
- Έντονη κοκκινίλα.
- Κνησμός.
- Οίδημα.
- Μικρές φυσαλίδες.
- Υγρό ή κρούστες στην επιφάνεια του δέρματος.
Όταν η έκθεση επαναλαμβάνεται και η δερματίτιδα γίνει χρόνια, το δέρμα μπορεί να είναι ξηρό, να ξεφλουδίζει, να παρουσιάζει ρωγμές και σταδιακά να γίνεται πιο παχύ.
Το εξάνθημα εμφανίζεται συνήθως εκεί όπου έγινε η επαφή, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επεκταθεί και πέρα από τα αρχικά όρια.
Τα αλλεργιογόνα που κρύβονται στην καθημερινότητα
Ένα από τα συχνότερα αλλεργιογόνα είναι το νικέλιο. Μπορεί να υπάρχει σε κοσμήματα, σκουλαρίκια, μεταλλικά κουμπιά, αγκράφες, ρολόγια και άλλα αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με το δέρμα.
Συχνές αιτίες είναι επίσης τα αρώματα και ορισμένα συντηρητικά που χρησιμοποιούνται σε καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας.
Άλλα γνωστά αλλεργιογόνα περιλαμβάνουν:
- Συστατικά βαφών μαλλιών, όπως η παραφαινυλενοδιαμίνη (PPD).
- Ακρυλικά που χρησιμοποιούνται σε προϊόντα νυχιών.
- Ορισμένες ουσίες που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή ελαστικών.
- Κολοφώνιο σε κόλλες και άλλα προϊόντα.
- Ορισμένα τοπικά φάρμακα.
- Φυτικές ουσίες και αιθέρια έλαια.
Η ένδειξη «φυσικό» σε ένα καλλυντικό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να προκαλέσει αλλεργία. Και οι φυσικές ουσίες μπορούν να λειτουργήσουν ως ισχυρά αλλεργιογόνα.
Το σημείο του εξανθήματος συχνά δίνει στοιχεία
Η κατανομή της δερματίτιδας μπορεί να λειτουργήσει σαν μικρός «χάρτης» της έκθεσης.
Έκζεμα στους λοβούς των αυτιών μπορεί να σχετίζεται με σκουλαρίκια που περιέχουν νικέλιο. Ένα εξάνθημα στον καρπό μπορεί να προέρχεται από λουράκι ρολογιού, ενώ δερματίτιδα χαμηλά στην κοιλιά μπορεί να δημιουργηθεί εκεί όπου ακουμπά ένα μεταλλικό κουμπί παντελονιού.
Τα βλέφαρα αποτελούν πιο δύσκολη περίπτωση. Επειδή το δέρμα τους είναι πολύ λεπτό, μπορεί να αντιδράσει σε ουσίες που μεταφέρονται εκεί από τα χέρια. Για παράδειγμα, ένα προϊόν νυχιών μπορεί να προκαλέσει δερματίτιδα στα βλέφαρα όταν αγγίζουμε ή τρίβουμε τα μάτια.
Στα χέρια, αντίστοιχα, πρέπει να εξετάζονται τόσο τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στο σπίτι όσο και οι επαγγελματικές εκθέσεις.
Αλλεργική ή ερεθιστική δερματίτιδα;
Οι δύο καταστάσεις μοιάζουν αρκετά, αλλά δεν είναι ίδιες.
Η ερεθιστική δερματίτιδα εξ επαφής δεν απαιτεί αλλεργία. Προκαλείται από άμεση βλάβη του δερματικού φραγμού λόγω ουσιών ή συνθηκών όπως συχνό πλύσιμο, απορρυπαντικά, διαλύτες και παρατεταμένη επαφή με νερό.
Η αλλεργική μορφή, αντίθετα, προϋποθέτει ειδική ανοσολογική ευαισθητοποίηση. Μόλις αυτή εγκατασταθεί, ακόμη και μικρή ποσότητα του συγκεκριμένου αλλεργιογόνου μπορεί να προκαλέσει αντίδραση.
Στην καθημερινή πράξη, οι δύο μορφές μπορεί να συνυπάρχουν, ιδιαίτερα σε άτομα με χρόνιο έκζεμα των χεριών.
Πώς βρίσκουμε σε τι υπάρχει αλλεργία;
Όταν το εξάνθημα επανέρχεται ή υπάρχει υποψία συγκεκριμένης αλλεργίας, η σημαντικότερη εξέταση είναι τα patch tests, δηλαδή οι επιδερμικές δοκιμασίες επικόλλησης.
Δεν πρόκειται για τα κλασικά τεστ αλλεργίας με νυγμό του δέρματος.
Στα patch tests, μικρές ποσότητες επιλεγμένων αλλεργιογόνων τοποθετούνται συνήθως στην πλάτη και παραμένουν εκεί περίπου 48 ώρες. Ακολουθούν διαδοχικές αξιολογήσεις της αντίδρασης του δέρματος, επειδή η αλλεργική δερματίτιδα είναι καθυστερημένου τύπου.
Το θετικό αποτέλεσμα χρειάζεται πάντοτε ερμηνεία από γιατρό. Το γεγονός ότι κάποιος αντιδρά σε μια ουσία στο τεστ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυτή ευθύνεται για το συγκεκριμένο εξάνθημα. Πρέπει να υπάρχει αντιστοιχία με τις πραγματικές εκθέσεις του ασθενούς.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Η σημαντικότερη θεραπεία δεν είναι κάποια συγκεκριμένη κρέμα αλλά ο εντοπισμός και η αποφυγή του αλλεργιογόνου.
Στην ενεργή φάση μπορεί να χρειαστούν κατάλληλα τοπικά κορτικοστεροειδή για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ οι ενυδατικές και μαλακτικές κρέμες βοηθούν στην αποκατάσταση του δερματικού φραγμού. Η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται από το σημείο και τη βαρύτητα της δερματίτιδας.
Η αποφυγή μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη από όσο φαίνεται. Το ίδιο αλλεργιογόνο ενδέχεται να υπάρχει σε πολλά διαφορετικά προϊόντα ή να αναγράφεται με διαφορετικές ονομασίες. Μετά από θετικό patch test, λοιπόν, χρειάζεται συγκεκριμένη ενημέρωση για το πού βρίσκεται η ουσία και ποιες εναλλακτικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Πότε χρειάζεται δερματολόγος;
Ένα μεμονωμένο ήπιο επεισόδιο μπορεί να υποχωρήσει όταν απομακρυνθεί το υπεύθυνο προϊόν. Όταν όμως η δερματίτιδα επιστρέφει συνεχώς, διαρκεί εβδομάδες ή δεν είναι σαφές τι την προκαλεί, χρειάζεται δερματολογική αξιολόγηση.
Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η διερεύνηση όταν το πρόβλημα αφορά τα χέρια λόγω επαγγελματικής έκθεσης, τα βλέφαρα, το πρόσωπο ή όταν φαίνεται να σχετίζεται με καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Ο εντοπισμός του πραγματικού αλλεργιογόνου μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματικός μακροπρόθεσμα από τη συνεχή αντιμετώπιση κάθε νέας έξαρσης με κρέμες.
