Πως βοηθά το νερό στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας

Πως βοηθά το νερό στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας

Τα αίτια που οδηγούν σε δυσκοιλιότητα είναι πολυάριθμα και περιλαμβάνουν ενδοκρινικές και μεταβολικές διαταραχές, νευρολογικά ή ψυχολογικά νοσήματα, συνεχή φαρμακευτική αγωγή, ανισορροπία ηλεκτρολυτών, περιορισμένη κινητικότητα, μειωμένη αίσθηση δίψας, καθώς και χαμηλή πρόσληψη νερού και φυτικών ινών. Στις περιπτώσεις που η δυσκοιλιότητα συνδέεται με ανεπαρκή κατανάλωση νερού και φυτικών ινών ή με περιορισμένη σωματική δραστηριότητα, έχει παρατηρηθεί βελτίωση των συμπτωμάτων μετά την αύξηση αυτών, σύμφωνα με τις κατάλληλες οδηγίες.

Όσον αφορά την πρόσληψη νερού, εγείρεται το ερώτημα αν η ανεπαρκής κατανάλωση μπορεί να προκαλέσει δυσκοιλιότητα και κατά πόσο η επαρκής ενυδάτωση συμβάλλει στη βελτίωσή της.

Χαμηλή πρόσληψη νερού και δυσκοιλιότητα
Η περιορισμένη κατανάλωση νερού μπορεί να μειώσει την περιεκτικότητα υγρασίας στα κόπρανα, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει δυσκοιλιότητα. Παράλληλα, η αύξηση της κατανάλωσης υγρών δεν εξασφαλίζει πάντα πλήρη βελτίωση. Τα σκληρά κόπρανα ενδέχεται να μαλακώσουν με περισσότερα υγρά, ενώ μπορεί να αυξηθεί και ο όγκος τους. Η ημερήσια κατανάλωση υγρών ποικίλλει σε υγιή άτομα από 500 έως 2500 ml, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη συχνότητα των κενώσεων όσο και τη μάζα των κοπράνων.

Έρευνες δείχνουν ότι η λήψη επαρκών υγρών παίζει σημαντικό ρόλο στη μείωση της δυσκοιλιότητας, κυρίως σε περιπτώσεις αφυδάτωσης ή πολύ χαμηλής ημερήσιας κατανάλωσης υγρών (~500 ml).

Πρόσληψη νερού και φυτικών ινών στη δυσκοιλιότητα
Η επίδραση της πρόσληψης υγρών στην αποτελεσματικότητα των φυτικών ινών δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως, αν και ορισμένες μελέτες υποστηρίζουν ότι ο συνδυασμός τους μπορεί να μειώσει ελαφρώς τον χρόνο διέλευσης στο έντερο και να αυξήσει τη συχνότητα των κενώσεων.

Δεν έχουν καθοριστεί με ακρίβεια τα επιπλέον υγρά που απαιτούνται σε συνδυασμό με τις φυτικές ίνες, ενώ ακόμη και η κατανάλωση 2 λίτρων νερού ημερησίως δεν εγγυάται τακτικές κενώσεις σε υγιή άτομα. Μελέτη σε υγιείς που λάμβαναν έως 2 λίτρα νερό ημερησίως έδειξε αύξηση της παραγωγής ούρων, χωρίς αλλαγή στη συχνότητα των κενώσεων. Αυτό είναι αναμενόμενο, δεδομένου ότι το έντερο μπορεί να απορροφήσει 7-10 λίτρα υγρών καθημερινά.

Η επίδραση της χαμηλής πρόσληψης υγρών και φυτικών ινών στη δυσκοιλιότητα εξετάστηκε από τη NHANES (2005-2008), η οποία υποστηρίζει ότι η ανεπαρκής πρόσληψη υγρών αποτελεί παράγοντα πρόβλεψης για την εμφάνιση της δυσκοιλιότητας, σε αντίθεση με την έλλειψη άσκησης ή τις χαμηλές φυτικές ίνες, που δεν εμφανίζουν αντίστοιχη συσχέτιση. Στην έρευνα υπολογίστηκε η συνολική πρόσληψη υγρών, περιλαμβάνοντας και αυτά που προέρχονταν από τρόφιμα και την υγρασία τους. Όταν αξιολογήθηκε η συνολική πρόσληψη υγρών και φυτικών ινών, παρατηρήθηκε ότι τα υψηλότερα ποσοστά δυσκοιλιότητας εμφανίζονταν σε άτομα που κατανάλωναν λιγότερες από 10 γρ φυτικών ινών και κάτω από 1882 ml υγρών ημερησίως, ανεξάρτητα από το φύλο.

Πρόσληψη νερού και μαγνησίου στη δυσκοιλιότητα
Μεγάλη μελέτη σε Γιαπωνέζους μαθητές έδειξε ότι ούτε η συνολική κατανάλωση διαιτητικών ινών ούτε η συνολική κατανάλωση υγρών επηρεάζει την εμφάνιση δυσκοιλιότητας. Ωστόσο, η μειωμένη πρόσληψη υγρών από τα τρόφιμα συσχετίστηκε με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης δυσκοιλιότητας. Παράλληλα, η ίδια μελέτη κατέδειξε ότι η χαμηλή πρόσληψη μαγνησίου σχετίζεται επίσης με αυξημένη εμφάνιση της νόσου. Το μαγνήσιο μπορεί να σχηματίσει κιτρικά άλατα, διευκολύνοντας τη διατήρηση υγρών στο γαστρεντερικό σωλήνα και επηρεάζοντας έμμεσα την κινητικότητα του εντέρου, λειτουργώντας ως ήπιο καθαρτικό. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν εκτενείς μελέτες που να έχουν εξετάσει διεξοδικά την αποτελεσματικότητα της λήψης νερού και μαγνησίου στη δυσκοιλιότητα.

Exit mobile version