Νέα έρευνα: Μην τρώτε 3 ώρες πριν τον ύπνο για να προστατεύσετε την καρδιά σας

Νέα έρευνα: Μην τρώτε 3 ώρες πριν τον ύπνο για να προστατεύσετε την καρδιά σας

Η καρδιά φαίνεται πως δεν επηρεάζεται αποκλειστικά από το τι καταναλώνουμε, αλλά και από τη χρονική στιγμή που επιλέγουμε να φάμε. Νεότερη μελέτη από το Northwestern Medicine καταδεικνύει ότι ο συγχρονισμός της νυχτερινής νηστείας με τον φυσικό κιρκάδιο ρυθμό μπορεί να βελτιώσει την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία, χωρίς να απαιτείται μείωση των θερμίδων. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι απλές πρακτικές, όπως η αποφυγή κατανάλωσης τροφής λίγες ώρες πριν τον ύπνο, είναι αρκετές για να ενισχύσουν τη λειτουργία της καρδιάς.

Ειδικότερα, άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας με αυξημένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών νοσημάτων φάνηκε να ωφελούνται όταν αύξησαν τη διάρκεια της νυχτερινής νηστείας τους κατά περίπου δύο ώρες. Ταυτόχρονα, απέφευγαν την κατανάλωση τροφής και μείωναν τον φωτισμό για τρεις ώρες πριν κοιμηθούν. Οι συγκεκριμένες, σχετικά εύκολες αλλαγές, οδήγησαν σε μετρήσιμες βελτιώσεις σε δείκτες που σχετίζονται με τη λειτουργία της καρδιάς και του μεταβολισμού, τόσο κατά τη διάρκεια του ύπνου όσο και την επόμενη ημέρα.

Καθοριστική η ώρα του βραδινού για την καρδιά
Η χρονική κατανομή της νηστείας φαίνεται να έχει καθοριστική σημασία. «Ο συγχρονισμός του διαστήματος που μένουμε χωρίς φαγητό με τον φυσικό κύκλο ύπνου-αφύπνισης μπορεί να βελτιώσει τον συντονισμό ανάμεσα στην καρδιά, τον μεταβολισμό και τον ύπνο, που υποστηρίζουν την καρδιαγγειακή υγεία», εξηγούν οι ερευνητές.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Arteriosclerosis, Thrombosis, and Vascular Biology, το επιστημονικό περιοδικό της American Heart Association.

Η καρδιομεταβολική υγεία στο επίκεντρο
Η κατάσταση της καρδιομεταβολικής υγείας αποτελεί βασικό δείκτη της συνολικής ευεξίας. Όταν επιβαρύνεται, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης χρόνιων παθήσεων, όπως ο διαβήτης τύπου 2, η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Τα τελευταία χρόνια, η διαλειμματική νηστεία έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής, καθώς πολλές μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να βελτιώσει βασικούς δείκτες της καρδιομεταβολικής λειτουργίας. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές επικεντρώνονταν στη διάρκεια της νηστείας και όχι στο κατά πόσο το χρονικό «παράθυρο» της ευθυγραμμίζεται με τον φυσικό κύκλο ύπνου, στοιχείο που φαίνεται να παίζει κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού.

Με ποσοστό συμμόρφωσης που άγγιξε σχεδόν το 90%, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η προσαρμογή της διαλειμματικής νηστείας γύρω από τις ώρες του ύπνου μπορεί να αποτελέσει μια εφαρμόσιμη και προσιτή παρέμβαση, ιδιαίτερα για άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας με αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο.

Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει πλέον να εξελίξει περαιτέρω το πρωτόκολλο και να προχωρήσει σε μεγαλύτερες, πολυκεντρικές μελέτες.

Βελτιώσεις σε πίεση, καρδιακό ρυθμό και σάκχαρο
Στη μελέτη, που διήρκεσε 7,5 εβδομάδες, συγκρίθηκαν άτομα που διέκοπταν την κατανάλωση τροφής τουλάχιστον τρεις ώρες πριν τον ύπνο με άλλα που ακολουθούσαν το συνηθισμένο τους πρόγραμμα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, όσοι τροποποίησαν το χρονισμό των γευμάτων τους εμφάνισαν σημαντικές βελτιώσεις.

Η αρτηριακή πίεση κατά τη διάρκεια της νύχτας μειώθηκε κατά 3,5%, ενώ ο καρδιακός ρυθμός υποχώρησε κατά 5%. Οι αλλαγές αυτές αντανακλούν ένα πιο υγιές ημερήσιο μοτίβο, με υψηλότερες τιμές πίεσης και παλμών την ημέρα και χαμηλότερες τη νύχτα, στοιχείο που συνδέεται με καλύτερη καρδιαγγειακή λειτουργία.

Παράλληλα, οι συμμετέχοντες παρουσίασαν καλύτερη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου κατά τη διάρκεια της ημέρας. Κατά τη χορήγηση γλυκόζης, το πάγκρεας ανταποκρίθηκε πιο αποτελεσματικά, υποδηλώνοντας βελτιωμένη έκκριση ινσουλίνης και πιο σταθερά επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Στη μελέτη συμμετείχαν 39 υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ενήλικες ηλικίας από 36 έως 75 ετών. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν είτε σε ομάδα που εφάρμοσε παρατεταμένη νυχτερινή νηστεία (13–16 ώρες) είτε σε ομάδα ελέγχου που διατήρησε το συνηθισμένο χρονικό διάστημα νηστείας (11–13 ώρες). Και οι δύο ομάδες μείωναν τον φωτισμό τρεις ώρες πριν τον ύπνο, ενώ στην ομάδα παρέμβασης το 80% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες.

Exit mobile version