Μια ιδιαίτερα προκλητική συζήτηση έχει ξεσπάσει στην Ισπανία μετά τη δημοσίευση άρθρου της Βάσκας δημοσιογράφου June Romatet Ibarguren, στο οποίο τίθεται το ερώτημα εάν η κατανάλωση αλκοόλ θα έπρεπε να απαγορευτεί στους άνδρες ως μέτρο για την αποτροπή σεξιστικών και σεξουαλικών επιθέσεων.
Ο ισχυρισμός κυκλοφόρησε γρήγορα σε ισπανικά μέσα ενημέρωσης: «Η Romatet πρότεινε την απαγόρευση του αλκοόλ στους άνδρες για να μειωθούν οι βιασμοί». Η διατύπωση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις — και όχι χωρίς λόγο.
Το εξωφρενικό άρθρο που προκάλεσε αντιδράσεις
Στις 23 Αυγούστου 2026, η June Romatet Ibarguren δημοσίευσε στο βασκικό μέσο NAIZ/GARA άρθρο με τίτλο: «Μπροστά στις επιθέσεις, “μωβ σημεία” ή απαγόρευση του αλκοόλ στους άνδρες;»
Το ίδιο το NAIZ συνοψίζει το άρθρο αναφέροντας ότι οι τοπικές γιορτές έχουν γεμίσει με χώρους και μηχανισμούς προστασίας των γυναικών, όπως «μωβ σημεία», κινητοποιήσεις και φεμινιστικά πρωτόκολλα, ενώ παράλληλα σε πολλές περιπτώσεις επιθέσεων γίνεται αναφορά στην κατανάλωση αλκοόλ. Η Romatet διερωτάται κατά πόσο το αλκοόλ είναι υπεύθυνο για την επιθετική συμπεριφορά και εάν θα έπρεπε να απαγορευτεί στους άνδρες προκειμένου να αποτραπούν σεξιστικές επιθέσεις.
Η ίδια, όμως, δεν παρουσιάζει στη συνέχεια συγκεκριμένο σχέδιο εφαρμογής μιας τέτοιας απαγόρευσης. Το χρησιμοποιεί στο πλαίσιο μιας αυθαίρετης «επιχειρηματολογίας» για τη συσχέτιση αλκοόλ και ανδρικής βίας. Αυτό όμως δεν καθιστά την επιλογή της συγκεκριμένης διατύπωσης απρόσβλητη από κριτική.
Η προβληματική λογική της συλλογικής ευθύνης
Το βασικό πρόβλημα μιας υποθετικής απαγόρευσης του αλκοόλ αποκλειστικά στους άνδρες είναι απλό: αντιμετωπίζει ένα άτομο όχι βάσει της συμπεριφοράς του, αλλά βάσει του φύλου του. Μετατρέπει δηλαδή ένα ατομικό ζήτημα σε έμφυλο.
Ένας άνδρας που δεν έχει διαπράξει ποτέ βίαιη πράξη, δεν έχει παρενοχλήσει κανέναν και καταναλώνει αλκοόλ υπεύθυνα θα υφίστατο ακριβώς τον ίδιο περιορισμό με έναν άνθρωπο που έχει ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς. Το μοναδικό κριτήριο θα ήταν το φύλο. Αυτή είναι η ουσία της συλλογικής ενοχοποίησης.
Η ύπαρξη στατιστικών διαφορών μεταξύ κοινωνικών ομάδων μπορεί να είναι σημαντική για την επιστημονική έρευνα και τη χάραξη στοχευμένων πολιτικών πρόληψης. Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι κάθε μέλος μιας ομάδας μπορεί να θεωρηθεί δυνητικά υπεύθυνο για τη συμπεριφορά άλλων μελών της.
Η μετάβαση από το «μια κατηγορία εμφανίζεται συχνότερα σε μια συγκεκριμένη στατιστική» στο «άρα μπορούμε να περιορίσουμε τα δικαιώματα όλων όσοι ανήκουν σε αυτή» είναι ένα επικίνδυνο άλμα λογικής.
Αν αντιστρέφαμε τα φύλα;
Υπάρχει και ένας απλός τρόπος να ελεγχθεί η συνέπεια αυτής της -υποτιθέμενης- λογικής. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος πρότεινε έναν περιορισμό αποκλειστικά για τις γυναίκες επειδή μια συγκεκριμένη ανεπιθύμητη συμπεριφορά εμφανιζόταν στατιστικά συχνότερα μεταξύ γυναικών. Για παράδειγμα: οι γυναίκες δολοφονούν πολύ πιο συχνά τα βρέφη τους όταν πίνουν.
Θα ήταν αποδεκτό να στερηθούν όλες οι γυναίκες μια νόμιμη δραστηριότητα επειδή ένα ποσοστό γυναικών συμπεριφέρεται προβληματικά; Η απάντηση σε ένα λογικό και δημοκρατικό καθεστώς θα έπρεπε να είναι όχι.
Η ίδια αρχή οφείλει να εφαρμόζεται και στους άνδρες. Η ισότητα απέναντι στον νόμο δεν έχει ιδιαίτερη αξία εάν εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου μας είναι πολιτικά ή κοινωνικά βολική.
Το παράδοξο στην ίδια την επιχειρηματολογία
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στη συζήτηση που παρουσιάζει η ίδια η Romatet. Μετά το ερώτημα περί απαγόρευσης, το άρθρο στρέφεται στη θέση της Idoia Rodríguez Mondragón ότι το αλκοόλ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για τη βία.
Η συγκεκριμένη θέση έχει λογική βάση: ένας δράστης παραμένει υπεύθυνος για τις πράξεις του και η μέθη δεν εξαφανίζει αυτομάτως την προσωπική ευθύνη. Ακριβώς όμως γι’ αυτό η ιδέα της συλλογικής απαγόρευσης γίνεται ακόμη πιο προβληματική. Εάν απορρίπτουμε την αντίληψη ότι «φταίει το αλκοόλ», τότε δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί ένας περιορισμός του αλκοόλ για εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν διαπράξει καμία επίθεση.
Και εάν θεωρούμε ότι το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στους δράστες, στον σεξισμό, στην έλλειψη σεβασμού και σε συγκεκριμένες βίαιες συμπεριφορές, τότε η πολιτική πρέπει να στοχεύει αυτές τις συμπεριφορές — όχι ένα βιολογικό χαρακτηριστικό που μοιράζεται περίπου ο μισός ανθρώπινος πληθυσμός.
