Για το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων μίλησε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ακαδημαϊκός και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Προκόπης Παυλόπουλος. Η ομιλία του πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της εκδήλωσης για την «Ημέρα Μνήμης» που διοργάνωσε η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, όπου ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας στάθηκε, μεταξύ άλλων, σε κομβικές ιστορικές και σύγχρονες διαστάσεις του ζητήματος.
«Με αισθήματα ύψιστης τιμής και ανείπωτης συγκίνησης βρίσκομαι σήμερα εδώ, μαζί σας, κατά την Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος αποτίοντας, για μιαν ακόμη φορά, τον οφειλόμενο φόρο τιμής στην Ιερή Μνήμη των Συμπατριωτών μας Εβραίων της Θεσσαλονίκης, τραγικών θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Και η συγκίνησή μου αυτή εντείνεται περισσότερο όταν γυρίζω πίσω στον χρόνο για να θυμηθώ ότι ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψα, την 29η Δεκεμβρίου 2017, το διάταγμα για την ανέγερση του εμβληματικού Εβραϊκού Μουσείου Ολοκαυτώματος, του δεύτερου από πλευράς μεγέθους και συμβολισμών Μουσείου αυτής της μορφής παγκοσμίως. Το οποίο σύντομα θα ολοκληρωθεί και θα εκπέμπει ακτινοβολία μνήμης και διδαχής, προκειμένου να μας καθοδηγεί ως φάρος εκπλήρωσης ενός αυτονόητου και διαχρονικού χρέους απέναντι στον Άνθρωπο και στην Ανθρωπότητα, όπως θα εκθέσω στην συνέχεια διεξοδικότερα.»
Ο Προκόπης Παυλόπουλος ξεκίνησε την τοποθέτησή του επισημαίνοντας ότι η ανέγερση του Εβραϊκού Μουσείου Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη συνιστά πράξη αποκατάστασης της ιστορικής δικαιοσύνης, αν ληφθούν υπόψη τα φρικτά δεινά που υπέστησαν οι Έλληνες Εβραίοι της πόλης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οποία αποτελούν μικρογραφία του συνολικού Ολοκαυτώματος των Εβραίων, του ειδεχθέστερου εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας. Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε αναγκαία μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην πορεία της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης από την εγκατάστασή της στην πόλη, η οποία επί αιώνες διαγράφει μια λαμπρή πορεία στον χώρο της ελληνικής Μακεδονίας.
Οι ρίζες της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, όπως ανέφερε, χάνονται στα βάθη της ιστορίας, με τις πρώτες εγκαταστάσεις να τοποθετούνται πιθανότατα στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα πρώτα σαφή ιστορικά τεκμήρια εντοπίζονται στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, όταν οι Ρωμαίοι παραχώρησαν στην κοινότητα καθεστώς σχετικής διοικητικής και θρησκευτικής αυτονομίας. Κατά τον Μεσαίωνα και ιδίως από τον 12ο αιώνα, η παρουσία των Εβραίων στην πόλη ενισχύθηκε, ενώ το 1376 καταγράφεται η πρώτη μαζική εγκατάσταση Ασκεναζίμ από την Κεντρική Ευρώπη.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο μεγάλο κύμα άφιξης των Σεφαραδιτών μετά το 1492, έπειτα από τους διωγμούς στην Ισπανία και αργότερα στην Πορτογαλία, όταν δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη. Κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, η Εβραϊκή Κοινότητα της πόλης γνώρισε σημαντική οικονομική, κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη, με έντονη παρουσία στον εμπορικό τομέα και ενεργό συμμετοχή στα κοινωνικά κινήματα, όπως η ιστορική «Φεντερασιόν» υπό τον Αβραάμ Μπεναρόγια.
Ο πρώην Πρόεδρος υπενθύμισε το βαρύ πλήγμα της πυρκαγιάς του 1917, που οδήγησε πολλά μέλη της κοινότητας στη μετανάστευση, αλλά και το γεγονός ότι λίγο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο εβραϊκός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης ξεπερνούσε και πάλι τις 50.000. Αναφέρθηκε επίσης στη συμμετοχή χιλιάδων Ελλήνων Εβραίων στον πόλεμο του 1940-1941, με βαρύ φόρο αίματος.
Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1941, ξεκίνησε η εφαρμογή των ναζιστικών μέτρων διώξεων και γκετοποίησης, που κορυφώθηκαν με τις εκτοπίσεις από τον Μάρτιο του 1943 προς τα στρατόπεδα εξόντωσης, κυρίως το Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Από τους δεκάδες χιλιάδες Εβραίους της πόλης, ελάχιστοι επέστρεψαν ζωντανοί, γεγονός που, όπως τόνισε, καθιστά την τραγωδία της Θεσσαλονίκης χαρακτηριστικό παράδειγμα του συνολικού Ολοκαυτώματος.
Ο Προκόπης Παυλόπουλος ανέδειξε τη σημασία της μνήμης όχι μόνο ως ιστορικής καταγραφής αλλά και ως ζωντανού χρέους απέναντι στο παρόν και το μέλλον. Επεσήμανε ότι το Ολοκαύτωμα αποτελεί ανεξίτηλη πληγή στην Ιστορία της Ανθρωπότητας και ταυτόχρονα διαρκή προειδοποίηση απέναντι στους κινδύνους του ολοκληρωτισμού, του ιστορικού αναθεωρητισμού και της υπονόμευσης των δημοκρατικών θεσμών.
Αναφερόμενος σε κλασικές ιστορικές μελέτες, στάθηκε στη σύνδεση της ανόδου του ναζισμού με την υποχώρηση των δημοκρατικών αξιών στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου και στη ναζιστική ιδεολογία που οδήγησε μεθοδικά στην εξόντωση των Εβραίων. Υπογράμμισε ότι το Άουσβιτς και τα άλλα στρατόπεδα θανάτου δεν ήταν τυχαία γεγονότα, αλλά αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ανακάλεσε και την προσωπική του εμπειρία από την επίσκεψη στο Γιαντ Βασσέμ, τονίζοντας ότι η υπογραφή του διατάγματος για το Μουσείο Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσε πράξη αυτονόητου χρέους προς τη μνήμη των θυμάτων. Ειδική αναφορά έκανε και στην εξέγερση Ελλήνων κρατουμένων στο Άουσβιτς τον Οκτώβριο του 1944, συνδέοντάς την με την ελληνική παράδοση ελευθερίας και ανθρωπισμού.
Κλείνοντας, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας τόνισε ότι το μήνυμα «Δεν Ξεχνάμε – Ποτέ Ξανά» παραμένει επίκαιρο, καθώς οι κίνδυνοι της βαρβαρότητας και του φανατισμού δεν έχουν εκλείψει. Υπογράμμισε την ανάγκη διαρκούς εγρήγορσης, ιστορικής γνώσης και υπεράσπισης των αξιών του Ανθρωπισμού, της Δημοκρατίας, της Ειρήνης και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, σημειώνοντας ότι το Ολοκαύτωμα αποτελεί ταυτόχρονα τραύμα και καμπάνα αφύπνισης για ολόκληρη την Ανθρωπότητα.






















































