Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σήμερα ότι είχε ζητήσει από τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου να μην προχωρήσει σε επίθεση σε ιρανικές ενεργειακές υποδομές και, όπως ανέφερε, εκείνος συμμορφώθηκε. «Του είπα ‘Μην το κάνεις αυτό’ και δεν θα το κάνει» σημείωσε ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος, μιλώντας σε δημοσιογράφους από το Οβάλ Γραφείο.
Ο Τραμπ ξεκαθάρισε επίσης ότι δεν προτίθεται να στείλει αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράν, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη των αεροπορικών επιδρομών. «Όχι, δεν αναπτύσσω στρατεύματα πουθενά. Εάν υπήρχε τέτοια περίπτωση, ασφαλώς δεν θα σας το έλεγα. Αλλά δεν αναπτύσσω στρατιώτες», τόνισε. Ερωτηθείς για δημοσιεύματα που θέλουν το Πεντάγωνο να ζητά 200 δισεκατομμύρια δολάρια για τη σύγκρουση, απάντησε πως οι ΗΠΑ χρειάζονται αυξημένη χρηματοδότηση «για πολλούς λόγους».
Αναφερόμενος στην πορεία του πολέμου, υποστήριξε –σε συμφωνία με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ– ότι καταγράφονται «πολλές λιποταξίες, σε όλα τα επίπεδα», ενώ ισχυρίστηκε ότι η ιρανική ηγεσία έχει εξουδετερωθεί και ότι η Τεχεράνη «αναζητά πλέον νέους ηγέτες».
Παρά τις τοποθετήσεις του Τραμπ, Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ είχαν γνώση για την πρόσφατη επίθεση σε ιρανικό κοίτασμα φυσικού αερίου. Όπως ανέφεραν τρεις εξ αυτών, η επιχείρηση της Τετάρτης συντονίστηκε με την Ουάσινγκτον, αν και εκτιμούν ότι δεν αναμένεται να επαναληφθεί, παρά το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε πως δεν είχε προηγούμενη ενημέρωση.
Η επίθεση στο κοίτασμα φυσικού αερίου Νότιο Παρς προκάλεσε αντίποινα από το Ιράν, με αεροπορικά πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Κατάρ και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας σε σημαντική κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν.
Το ίδιο βράδυ, ο Τραμπ ανέφερε σε ανάρτησή του ότι η Ουάσινγκτον «δεν γνώριζε τίποτα» για την επίθεση και ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να πλήξει ξανά το κοίτασμα, εκτός εάν υπάρξει νέα ιρανική επίθεση στο Κατάρ.
Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι, που μίλησαν ανώνυμα, σημείωσαν ότι δεν εξεπλάγησαν από τις δηλώσεις Τραμπ, συγκρίνοντας την κατάσταση με προηγούμενες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις καυσίμων στο Ιράν, για τις οποίες οι ΗΠΑ είχαν επίσης κρατήσει αποστάσεις.
Ο Λευκός Οίκος δεν σχολίασε άμεσα τις συγκεκριμένες αναφορές, ενώ αντίστοιχα δεν υπήρξε επίσημη τοποθέτηση και από το γραφείο του Νετανιάχου.
Μετά τα ισραηλινά πλήγματα, οι ιρανικές επιθέσεις προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στη μεγαλύτερη εγκατάσταση φυσικού αερίου παγκοσμίως στο Κατάρ, ενώ επλήγη διυλιστήριο στη Σαουδική Αραβία και αναγκάστηκαν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να διακόψουν τη λειτουργία μονάδων αερίου.
Στον απόηχο των εξελίξεων, χώρες του Κόλπου ζήτησαν εξηγήσεις από την αμερικανική κυβέρνηση, με μία εξ αυτών να επικοινωνεί με την Κεντρική Διοίκηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (CENTCOM). Σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει την υπόθεση, η διοίκηση ανέφερε ότι δεν είχε προηγούμενη ενημέρωση για το ισραηλινό πλήγμα.
Στη συνέχεια, η ίδια χώρα ήρθε σε επαφή με τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, ο οποίος φέρεται να ανέφερε ότι, αν και δεν επρόκειτο για κοινή επιχείρηση ΗΠΑ–Ισραήλ, η Ουάσινγκτον είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων.
Η Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ επιδιώκουν να υπογραμμίζουν τον στενό συντονισμό τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, ωστόσο αξιωματούχοι και από τις δύο πλευρές έχουν αναγνωρίσει ότι οι στόχοι τους δεν ταυτίζονται πλήρως.
Στο ίδιο πλαίσιο, η διευθύντρια των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ δήλωσε στην Επιτροπή Πληροφοριών της Βουλής ότι το Ισραήλ επικεντρώνεται στην αποδυνάμωση της ιρανικής ηγεσίας, ενώ οι ΗΠΑ δίνουν προτεραιότητα στην καταστροφή του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων και των ναυτικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης.
“Οι στόχοι που παρατέθηκαν από τον πρόεδρο είναι διαφορετικοί από τους στόχους που παρατέθηκαν από την ισραηλινή κυβέρνηση”, δήλωσε η Γκαμπαρντ, προσθέτοντας ότι «μπορούμε να δούμε μέσα από τις επιχειρήσεις πως η ισραηλινή κυβέρνηση εστιάζει στην αχρήστευση της ιρανικής ηγεσίας. Ο πρόεδρος έχει δηλώσει ότι οι στόχοι του είναι να καταστρέψει την ικανότητα εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, την ικανότητά του παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων και το Πολεμικό Ναυτικό του».























































