Τρία κομβικά πολιτικά μηνύματα εμπεριείχε η τοποθέτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αρχικά, μέσω της πρότασής του για θέσπιση ασυμβίβαστου ανάμεσα στη θέση του υπουργού και εκείνη του βουλευτή, επιδίωξε να σηματοδοτήσει τη μετάβαση στη δεύτερη φάση διαχείρισης ύστερα από τον ανασχηματισμό, προβάλλοντας την κυβέρνηση ως τον φορέα που κρατά την πρωτοβουλία των κινήσεων και διαθέτει τη βούληση για «κάθαρση» ενός παρωχημένου συστήματος.
Σε δεύτερο επίπεδο, ξεχώρισαν τρεις επισημάνσεις του πρωθυπουργού:
ότι «τιμά τους βουλευτές μας η απόφασή τους να ζητήσουν την άρση της κοινοβουλευτικής τους προστασίας»
πως «από την πρώτη επεξεργασία των στοιχείων είναι σαφές πως δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα»
και ότι «ένα, όμως, είναι βέβαιο: κανείς από τους βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος. Με δεδομένο ότι ο δυτικός νομικός πολιτισμός έχει δώσει αγώνες για να κατακτηθεί το τεκμήριο της αθωότητας, τονίζω ότι θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να το υπερασπιστώ».
Οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις καταδεικνύουν ότι έχει αντιληφθεί την ένταση που επικρατεί στο εσωτερικό της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας και επιδιώκει να εκπέμψει μήνυμα εκτόνωσης.
Τέλος, επιχείρησε να βάλει τέλος στη συζήτηση περί εκλογών στο κλείσιμο της ομιλίας του, εισάγοντας παράλληλα μια οπτική «εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης της δημόσιας ζωής».
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «βαδίζοντας προς το ορόσημο του 2030 και τους δύο αιώνες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, καλούμαστε να αναμετρηθούμε με όλες εκείνες τις διαχρονικές παθογένειες που δεν ξεριζώσαμε ακόμα. Και παρά τις δυσκολίες, παρά τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι οι Ελληνίδες και οι Ελληνες θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια», καταλήγοντας πως «η χώρα θα νικήσει ό,τι έρχεται από το χθες και την κρατά πίσω. Και η πορεία της στο εξής θα είναι μόνο μπροστά, με πρώτο και καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027».










































