Από μηδενική βάση πρόκειται να ξεκινήσει η δίκη που αφορά τα «χαμένα» βίντεο από τον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, καθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας αποδέχθηκε τη δήλωση αποχής που κατέθεσε νωρίτερα σήμερα το μεσημέρι η πρόεδρος της έδρας.
Έπειτα από τη συγκεκριμένη εξέλιξη, η διαδικασία οδηγείται σε αναβολή για αόριστο χρονικό διάστημα.
«Από την αρχή ακούω προσβολές! Οχι άλλες! Δεν το ανέχομαι! Θα δηλώσω αποχή και θα αποφανθεί το συμβούλιο. Δεν με αφήνετε να μιλήσω!», είχε αναφέρει η μέχρι πρότινος πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Όπως είχε επισημάνει η «Κ», η ένταση που επικράτησε στην αίθουσα μετά τη διακοπή της διαδικασίας αποτέλεσε τη θρυαλλίδα των εξελίξεων, με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου να επιδιώκει να ενημερωθεί για τον λόγο της επίσκεψης της προέδρου στην προϊσταμένη του Πρωτοδικείου κατά τη διάρκεια της διακοπής.
Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος που εκτυλίχθηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές:
Πρόεδρος: Ολα όσα λέτε στερούνται βασιμότητας. Πήγα για να πάρω τα κλειδιά του χώρου όπου κρατούνται τα πειστήρια και να ολοκληρώσω τα διαδικαστικά ζητήματα που πρέπει να γίνουν για να λάβετε αντίγραφα.
Κωνσταντοπούλου: Πώς πήρε τα κλειδιά (σ.σ.: η προϊσταμένη του Πρωτοδικείου); Ποιος της τα έδωσε; Ποια υπηρεσία ήταν αρμόδια; Δεν ξέρατε ποιος έχει τα κλειδιά; Μου λέτε ότι δεν ξέρετε ποιος είχε τα κλειδιά;
Πρόεδρος: Ναι. Να προχωρήσει η διαδικασία.
Κωνσταντοπούλου: Πιέζεστε; Επίορκοι!
Πρόεδρος: Αλλες προσβολές, και δεν το ανέχομαι. Θα δηλώσω αποχή και θα αποφανθεί το συμβούλιο. Δεν με αφήνετε να μιλήσω!
Εισαγγελέας: Δεν μπορούμε να ερχόμαστε εδώ πέρα και να χρειαζόμαστε μια ολόκληρη συνεδρίαση για να καταλήξουμε πώς θα πάρουμε αντίγραφα.
Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω δίκη σχετίζεται με τη διαχείριση του οπτικοακουστικού υλικού της εμπορικής αμαξοστοιχίας και ειδικότερα, βάσει του κατηγορητηρίου, με τη μη υποβολή των σχετικών βίντεο από τον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης στον εφέτη ανακριτή που χειρίζεται την κύρια υπόθεση, καθώς και με την αντικατάσταση δεδομένων στον ψηφιακό σκληρό δίσκο κατά τους πρώτους μήνες που ακολούθησαν το σιδηροδρομικό δυστύχημα. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να μην είναι εφικτή η ανάκτηση του υλικού όταν τελικά παραδόθηκε στον ανακριτή το καλοκαίρι του 2023.
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι ένας πρώην πρόεδρος του ΟΣΕ, ένας πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος της Interstar Security, της εταιρείας που από το 2017 έχει αναλάβει τη φύλαξη και τη λειτουργία του συστήματος βιντεοεπιτήρησης του σιδηροδρομικού δικτύου του ΟΣΕ.










































