«Από την πρώτη στιγμή επιλέξαμε τον δρόμο του διαλόγου και δεν παρεκκλίναμε ποτέ από αυτή τη στάση. Ωστόσο, δεν κάναμε “εκπτώσεις” σε δύο βασικά ζητήματα: το πρώτο είναι ότι δεν μπορούμε να υπερβούμε τις αντοχές και τα όρια της οικονομίας, καθώς οποιοδήποτε επιπλέον μέτρο για τους αγρότες θα σήμαινε ότι το κόστος θα μετακυλιόταν στους πολίτες μέσω αυξημένων φόρων – και αυτή η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να ενισχύει το εισόδημα των πολιτών με μειώσεις φόρων. Το δεύτερο είναι ότι διάλογος, τη στιγμή που η κοινωνία υφίσταται ταλαιπωρία, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
Πιο ουσιαστικό από το ίδιο το γεγονός ότι θα υπάρξει συνάντηση την Τρίτη είναι ότι αυτή θα γίνει με αυτές τις δύο συγκεκριμένες προϋποθέσεις», επισημαίνει σε συνέντευξή του στη Real News ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, αναφερόμενος στις αγροτικές κινητοποιήσεις.
«Δεν υπάρχει περιθώριο για πρόσθετα μέτρα και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια ρητορική τοποθέτηση, αλλά μια πραγματικότητα: αφενός έχουν εξαντληθεί τα όρια που θέτουν οι δημοσιονομικές οροφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφετέρου, ως κυβέρνηση που εκπροσωπεί όλους τους Έλληνες, οφείλουμε, όπως μεριμνούμε για τον αγρότη που ζητά για παράδειγμα φθηνότερο ρεύμα, να μεριμνούμε και για τον εστιάτορα, τον φούρναρη, τον μικρομεσαίο επιχειρηματία που ζητούν το ίδιο. Δεν επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε νικητές και ηττημένους μέσα από μια δημόσια αντιπαράθεση. Στόχος μας είναι να βρεθεί η χρυσή τομή, ώστε ο αγρότης να μπορεί να παράγει με αξιοπρέπεια, χωρίς όμως οι υπόλοιποι πολίτες να αισθάνονται ότι “πληρώνουν το μάρμαρο”», συμπληρώνει.
Εκφράζει την εκτίμηση ότι τα παράπονα των πολιτών που υπέστησαν ταλαιπωρία λόγω των αγροτικών κινητοποιήσεων είναι δικαιολογημένα και σημειώνει ότι «επί περίπου έναν μήνα, στην προσπάθεια εκτόνωσης μιας δύσκολης κατάστασης, αρκετοί συμπολίτες μας ταλαιπωρήθηκαν χωρίς να φέρουν καμία ευθύνη και οφείλουμε να τους κοιτάξουμε κατάματα και να τους ζητήσουμε συγγνώμη».
Απαντώντας σε ερώτημα για την ανάγκη συναινέσεων και το ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών, ο κ. Μαρινάκης τονίζει ότι ο πρωθυπουργός, από την πρώτη ημέρα ανάληψης της διακυβέρνησης, υπογραμμίζει διαρκώς τη σημασία της συνεννόησης για τις μεγάλες αλλαγές που απαιτούνται. «Ιδίως σε ζητήματα όπως η συνταγματική αναθεώρηση, αλλά και οι διαδικασίες επιλογής επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών. Απαιτούνται ευρύτερες συναινέσεις για να προχωρήσουν οι αναγκαίες τομές, είτε πρόκειται για το άρθρο 16, είτε για το άρθρο 86, είτε για άλλα ζητήματα στα οποία οφείλουμε – ως πολιτικό σύστημα – να εστιάσουμε, ώστε το Σύνταγμα να ανταποκρίνεται στο σήμερα και στο αύριο, όπως αυτό διαμορφώνεται», αναφέρει.
«Σε ό,τι αφορά τις μετεκλογικές εξελίξεις, έχουμε ξεκαθαρίσει ότι διεκδικούμε μια καθαρή εντολή διακυβέρνησης, γιατί πιστεύουμε στη σταθερότητα των μονοκομματικών κυβερνήσεων, λαμβάνοντας υπόψη και την εικόνα άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών που διεκδικούν όσα στην Ελλάδα θεωρούνται πλέον αυτονόητα. Από εκεί και πέρα, η Νέα Δημοκρατία έχει ως φυσικούς συμμάχους και συνομιλητές τους ίδιους τους πολίτες. Εκείνοι θα αποφασίσουν με την ψήφο τους ποιος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, συγκρίνοντας έργο και προγράμματα. Οι μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται η χώρα, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να υλοποιηθούν με κόμματα που στηρίζουν τον λαϊκισμό και τον εκχυδαϊσμό της Δημοκρατίας ή που συνειδητά καλλιεργούν κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς», προσθέτει.
Τέλος, ερωτηθείς για το αν η δημιουργία νέων κομμάτων μπορεί να αμφισβητήσει την κυριαρχία της ΝΔ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε: «Δεν πιστεύω ούτε στα υποθετικά σενάρια ούτε στα μονοπρόσωπα κόμματα. Τα κόμματα αποτελούν θεμελιώδη πυλώνα του πολιτεύματος και απαιτούν θέσεις, ιδέες και ανθρώπινο δυναμικό ικανό να τα στελεχώσει, με προοπτική να κυβερνήσουν τη χώρα».
«Οι γενικευμένοι αφορισμοί και ο μηδενισμός δεν συνιστούν πολιτικές θέσεις. Αντιθέτως, αποτελούν επανεμφάνιση μιας ακραίας λαϊκιστικής λογικής που τη βιώσαμε και την πληρώσαμε πολύ ακριβά.
Η προαναγγελία, όπως χαρακτηρίστηκε, για κόμμα από την κ. Καρυστιανού δεν μεταβάλλει τα δεδομένα έως σήμερα. Αυτό που τελικά θα κριθεί είναι οι προτάσεις και οι θέσεις όλων όσοι επιδιώκουν να διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών», κατέληξε, υπογραμμίζοντας ότι δεν τίθεται θέμα αλλαγής του εκλογικού νόμου.






















































