«Οι αποκαλύψεις για την πιθανή εμπλοκή του επί 20ετία προέδρου της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλου, σε σοβαρές εγκληματικές δραστηριότητες, έρχονται να φωτίσουν τον χαρακτήρα της συνδικαλιστικής μαφίας, η οποία εδώ και χρόνια βρίσκεται στην κορυφή της ΓΣΕΕ, με τη στήριξη όλων των κυβερνήσεων και των αστικών κομμάτων, λειτουργώντας ως “δούρειος ίππος” του κεφαλαίου μέσα στο εργατικό κίνημα», τονίζει σε ανακοίνωσή του το ΚΚΕ και συμπληρώνει:
«Γίνεται πλέον σαφές ότι ο σκοτεινός ρόλος της ηγεσίας της ΓΣΕΕ εις βάρος των εργατικών δικαιωμάτων, η στήριξη που παρείχε σε αντεργατικές πολιτικές και η διαρκής συνδιαλλαγή της με τις εκάστοτε κυβερνήσεις συνδέονται και με ισχυρούς μηχανισμούς εξαγοράς, καθώς και με τη “φάμπρικα” που είχε στηθεί γύρω από κονδύλια τα οποία υποτίθεται πως προορίζονταν για την επιμόρφωση των εργαζομένων, ενώ στην πράξη αξιοποιούνταν για τη δημιουργία πλαστών και νόθων συσχετισμών στα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα».
«Οι δυνάμεις του ΚΚΕ μέσα στα συνδικάτα, το ΠΑΜΕ, μαζί με χιλιάδες ακόμη έντιμους συνδικαλιστές, έδωσαν τα προηγούμενα χρόνια έναν σκληρό αγώνα για την αποκάλυψη αυτής της συνδικαλιστικής μαφίας και για να ακυρώσουν τις μεθοδεύσεις νοθείας με τις οποίες διατηρείται στην εξουσία, αντιμετωπίζοντας συντονισμένες κατηγορίες από όλα τα κόμματα του συστήματος περί “ακροτήτων” και “τραμπουκισμών”, καθώς και την ενεργοποίηση των μηχανισμών καταστολής», αναφέρεται στην ανακοίνωση, η οποία καταλήγει:
«Με αυτή την ηγεσία και με αυτόν τον πρόεδρο, όπως και με τους εκπροσώπους της εργοδοσίας, η κυβέρνηση της ΝΔ υπέγραψε πρόσφατα τη λεγόμενη “κοινωνική συμφωνία”, η οποία θάβει τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και συζητείται αυτές τις ημέρες στη Βουλή, ενώ προκλητικά έχουν αποκλειστεί από τη διαδικασία ζωντανές Ομοσπονδίες εργαζομένων που δίνουν καθημερινά τη μάχη στους χώρους δουλειάς.
Μπορεί να αποσύρονται τώρα ορισμένα πρόσωπα για να αντικατασταθούν από άλλα, πιο κατάλληλα να συνεχίσουν την ίδια βρώμικη αποστολή, όμως το ζήτημα της αλλαγής των συσχετισμών στα συνδικάτα, ώστε αυτά να ανήκουν πραγματικά στους εργάτες και όχι στις κυβερνήσεις και τους εργοδότες, βρίσκεται στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων. Αυτή η προσπάθεια, που ήδη εξελίσσεται με θετικά αποτελέσματα υπέρ τους, πρέπει να ενισχυθεί και αποκτά πιο επείγοντα χαρακτήρα από ποτέ».






















































