Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 95 ετών ο σπουδαίος ηθοποιός Ρόμπερτ Ντιβάλ. Είχε τιμηθεί με το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία «Τρυφερές σχέσεις» το 1983, ενώ έγινε ευρύτερα γνωστός και για τις συμμετοχές του στις οσκαρικές παραγωγές του Φράνσις Φορντ Κόπολα «Αποκάλυψη Τώρα» και «Νονός».
Στην πορεία της καριέρας του συγκέντρωσε επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ, ενώ ξεχώρισε και στη μικρή οθόνη με σειρές όπως «Οι αετοί της Δύσης» (Lonesome Dove) και «Broken Trail», αποσπώντας συνολικά πέντε υποψηφιότητες για Έμμυ και δύο βραβεία. Παράλληλα, τιμήθηκε με τέσσερις Χρυσές Σφαίρες και ένα Βραβείο BAFTA Β΄ Ανδρικού Ρόλου.
Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε τη Δευτέρα (16/2) η σύζυγός του, Λουσιάνα, μέσω ανάρτησης στο Facebook, αναφέροντας ότι ο Ρόμπερτ Ντιβάλ πέθανε ήρεμα στο σπίτι του στο Μίντλμπεργκ της Βιρτζίνια, την Κυριακή (15/2), έχοντας στο πλευρό του αγαπημένα του πρόσωπα.
«Χθες αποχαιρετήσαμε τον αγαπημένο μου σύζυγο, τον αγαπημένο μου φίλο και έναν από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της εποχής μας. Ο Μπομπ έφυγε ήσυχα από τη ζωή στο σπίτι του, περιτριγυρισμένος από αγάπη. Για τον κόσμο, ήταν ένας βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός, σκηνοθέτης και αφηγητής ιστοριών. Για εμένα, ήταν απλά τα πάντα. Το πάθος του για την τέχνη του συναγωνιζόταν μόνο από τη βαθιά αγάπη του για τους χαρακτήρες, ένα καλό γεύμα και το να είναι το επίκεντρο της προσοχής. Σε κάθε έναν από τους πολλούς ρόλους του, ο Μπομπ έδινε τα πάντα στους χαρακτήρες του και στην αλήθεια του ανθρώπινου πνεύματος που εκπροσωπούσαν. Με αυτόν τον τρόπο, αφήνει κάτι διαχρονικό και αξέχαστο σε όλους μας. Σας ευχαριστούμε για τα χρόνια υποστήριξης που δείξατε στον Μπομπ και για το χρόνο και την ιδιωτικότητα που μας δώσατε για να γιορτάσουμε τις αναμνήσεις που μας άφησε».
Στη διάρκεια μιας λαμπρής καριέρας που εκτεινόταν σε έξι δεκαετίες, συμμετείχε σε σχεδόν 100 κινηματογραφικές παραγωγές, αφήνοντας το αποτύπωμά του τόσο σε πρωταγωνιστικούς όσο και σε δευτερεύοντες ρόλους, ενσαρκώνοντας από στρατιωτικούς μέχρι καουμπόηδες.
Αν και δεν καθιερώθηκε ποτέ ως απόλυτος σταρ πρώτης γραμμής, καθώς συχνά κρατούσε δεύτερους ρόλους, η ικανότητά του να βυθίζεται ολοκληρωτικά στους χαρακτήρες του τού εξασφάλισε την εκτίμηση συναδέλφων και κριτικών. Όπως είχε επισημάνει ο Φράνσις Φορντ Κόπολα στους New York Times, κάποια στιγμή γίνεται «δύσκολο να ξεχωρίσεις τους πρωταγωνιστές από τους μεγάλους ηθοποιούς».
Ο ίδιος συνήθιζε να αναφέρει πως ο ρόλος του καλοσυνάτου αστυνομικού που μετατρέπεται σε καουμπόι, Γκας ΜακΡάε, στη σειρά «Οι αετοί της Δύσης» ήταν ο αγαπημένος του.
«Νομίζω ότι κατάφερα να αποδώσω έναν πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα που αντιπροσωπεύει κάτι σημαντικό στην ιστορία της Άγριας Δύσης», είχε δηλώσει στους New York Times. «Μετά από αυτό, ένιωσα ότι μπορούσα να αποσυρθώ, ότι είχα καταφέρει κάτι».
Όταν απομακρύνθηκε από το Χόλιγουντ, προχώρησε σε δικές του παραγωγές. Έγραψε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στην ταινία «Ο απόστολος» (The Apostle), κερδίζοντας υποψηφιότητα για Όσκαρ για την ερμηνεία του ως διχασμένου ιεροκήρυκα.
Αντίστοιχα, δημιούργησε και το «Assassination Tango», έργο που ανέδειξε την αγάπη του για το τανγκό και την Αργεντινή, χώρα όπου γνώρισε την τέταρτη σύζυγό του, Λουσιάνα Πεντράσα. Οι δυο τους είχαν γεννηθεί την ίδια ημέρα, 5 Ιανουαρίου, με διαφορά 41 ετών.
Ο Ντιβάλ μοιραζόταν τον χρόνο του ανάμεσα στο Λος Άντζελες, την Αργεντινή και μια φάρμα 360 στρεμμάτων στη Βιρτζίνια, όπου είχε μετατρέψει έναν αχυρώνα σε αίθουσα χορού τάνγκο.
Γεννημένος στο Σαν Ντιέγκο στις 5 Ιανουαρίου 1931, ήταν γιος ναυάρχου του Πολεμικού Ναυτικού και ερασιτέχνιδας ηθοποιού. Μετά τις σπουδές του στο Principia College του Ιλινόις και τη στρατιωτική του θητεία στον πόλεμο της Κορέας, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου συγκατοίκησε με τον Ντάστιν Χόφμαν και ανέπτυξε φιλία με τον Τζιν Χάκμαν, όταν και οι τρεις ήταν σπουδαστές υποκριτικής που προσπαθούσαν να επιβιώσουν.
Έκανε αισθητή την παρουσία του ήδη από μικρούς ρόλους, όπως αυτόν του ερημίτη Μπου Ράντλεϊ στη «Σκιές και σιωπή» (To Kill a Mockingbird), ρόλο που απέκτησε έπειτα από εισήγηση του σεναριογράφου Χόρτον Φουτ. Αργότερα ονόμασε έναν από τους σκύλους του «Μπου».
Ο Φουτ υπέγραψε και το σενάριο των «Τρυφερών σχέσεων» (Tender Mercies), όπου ο Ντιβάλ ερμήνευσε τον Μακ Σλετζ, έναν ξεπεσμένο τραγουδιστή της κάντρι, κερδίζοντας το Όσκαρ.
Στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η καριέρα του πήρε νέα ώθηση, με σειρά σημαντικών ρόλων. Μεταξύ αυτών, εμφανίστηκε ως αντίπαλος του Τζον Γουέιν στο «Αληθινό θράσος» (True Grit) του 1969.
Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα στο «The Rain People», ενώ το 1970 υποδύθηκε τον Φρανκ Μπερνς στο «MASH» του Ρόμπερτ Άλτμαν. Πρωταγωνίστησε επίσης στο «THX 1138» του Τζορτζ Λούκας και συνέχισε να εμφανίζεται στο θέατρο.
Το καθοριστικό σημείο της πορείας του ήρθε με τον «Ο Νονός» το 1972, όπου ενσάρκωσε τον Τομ Χάγκεν, δικηγόρο της οικογένειας Κορλεόνε, ρόλος που του χάρισε την πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ. Επανήλθε στον ίδιο ρόλο στο «Ο Νονός: Μέρος II» το 1974, αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει στο τρίτο μέρος, κρίνοντας ανεπαρκή την οικονομική πρόταση, χαρακτηρίζοντάς την στον Μπομπ Κόστας «εντελώς απαράδεκτο». Αργότερα είχε δηλώσει στον Λάρι Κινγκ πως η απόφασή του ήταν «θέμα αρχής».
Συμμετείχε ακόμη στη «Η Συνομιλία» (The Conversation) και υποδύθηκε τον δρ. Γουάτσον στο «The Seven-Per-Cent Solution».
Το 1976 ξεχώρισε ως αδίστακτος διευθυντής τηλεοπτικού δικτύου στο «Το δίκτυο» (Network), ενώ ο πιο εμβληματικός του ρόλος θεωρείται εκείνος του υπολοχαγού Μπιλ Κίλγκορ στο «Αποκάλυψη Τώρα» (1979). Παρά τη σύντομη εμφάνισή του, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα με τη φράση: «Λατρεύω τη μυρωδιά του ναπάλμ το πρωί», κερδίζοντας τη δεύτερη υποψηφιότητά του για Όσκαρ.
Απέσπασε ακόμη υποψηφιότητες για την ερμηνεία του στο «Ο κληρονόμος της βίας» (The Great Santini), ενώ επέστρεψε στο γουέστερν με το «Ο άγραφος νόμος της Δύσης» (Open Range) το 2003.
Παρέμεινε ενεργός έως και τη δεκαετία του 2010, λαμβάνοντας την τελευταία του οσκαρική υποψηφιότητα σε ηλικία 84 ετών για το «Ο δικαστής» (The Judge) το 2014 και συμμετέχοντας σε ταινίες όπως «Jack Reacher» και «Widows».
Μία από τις τελευταίες εμφανίσεις του ήταν στο «The Pale Blue Eye» του Σκοτ Κούπερ το 2022.
Κατά τη διαδρομή του υποδύθηκε και ιστορικές προσωπικότητες, όπως τον Ρόμπερτ Λι («Θεοί και Στρατηγοί»), τον Ιωσήφ Στάλιν στην παραγωγή του HBO «Στάλιν» και τον Άντολφ Άιχμαν στο «Ο Άνθρωπος που Συνέλαβε τον Άιχμαν».
Είχε παντρευτεί τέσσερις φορές, με τελευταίο γάμο εκείνον με τη Λουσιάνα Πεντράσα το 2004.























































