Σε μια εκτενή τοποθέτηση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κινηθεί η χώρα μέσα στο ιδιαίτερα δύσκολο και επικίνδυνο περιβάλλον που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή, εξελίχθηκε η παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα «Ιθάκη» στην Κοζάνη.
Ο πρώην πρωθυπουργός προειδοποίησε με έντονο τρόπο για τα αδιέξοδα που, όπως υποστήριξε, δημιουργεί η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, καταλογίζοντας αμοραλισμό προσωπικά στον πρωθυπουργό, ενώ παράλληλα προσδιόρισε όσα θεωρεί «κόκκινη γραμμή».
Όπως ανέφερε ο πρώην πρωθυπουργός στους παρευρισκόμενους στην αίθουσα της «Ευξείνου Λέσχης» στην πόλη της Κοζάνης, αρχικός του στόχος ήταν να τοποθετηθεί κυρίως για ζητήματα που σχετίζονται με τις ενεργειακές υποδομές. Ωστόσο, οι εξελίξεις τον οδήγησαν να επικεντρωθεί κυρίως στη στάση που, κατά την άποψή του, οφείλει να τηρήσει η Ελλάδα μετά την επέμβαση ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν.
Αν κάποιος επιχειρήσει να συνοψίσει την προσέγγιση του Αλέξη Τσίπρα, αυτή καταλήγει σε πέντε βασικά σημεία:
Καμία εμπλοκή: Στην τοποθέτησή του για τις εξελίξεις προχώρησε σε μια μορφή «αναβάθμισης» της κριτικής που ασκεί συνολικά η προοδευτική αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση, σχετικά με την ανάγκη η Ελλάδα να μην εμπλακεί στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν.
Διευκρίνισε εξαρχής ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν συμβαδίζουν με το διεθνές δίκαιο, ενώ χαρακτήρισε «κόκκινη γραμμή» για τα εθνικά συμφέροντα τη χρήση οποιασδήποτε αμερικανικής εγκατάστασης που βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος.
Με αυτή τη θέση, όπως εξήγησε, επιδιώκει να θέσει μια διαχωριστική γραμμή όχι ανάμεσα στο δίπολο «δεξιά-αριστερά» ή «προοδευτικό – συντηρητικό», αλλά ανάμεσα στις πολιτικές που εξυπηρετούν την εξωτερική πολιτική της χώρας και την ασφάλεια των πολιτών και σε εκείνες που δεν το κάνουν.
Ελληνοαμερικανικές σχέσεις με γνώμονα το εθνικό συμφέρον: Παρά τη σαφή αναφορά του στην ανάγκη να μην χρησιμοποιηθούν οι αμερικανικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα για πολεμικές επιχειρήσεις, ο Αλέξης Τσίπρας τόνισε ότι αυτό δεν σημαίνει συνολική αμφισβήτηση της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας – Ηνωμένων Πολιτειών. Υπογράμμισε ωστόσο ότι αυτή η σχέση πρέπει να λειτουργεί με κριτήριο το εθνικό συμφέρον.
Αναγνώρισε ότι η θέση του για τις βάσεις «θα σηκώσει συζήτηση» και σημείωσε: «Καλώ οποιονδήποτε Έλληνα πατριώτη και δημοκράτη να αναρωτηθεί αν θεωρεί ότι ευνοεί τα ελληνικά συμφέροντα και την ασφάλεια του ελληνικού λαού, το να δίνουμε σήμερα λευκή επιταγή στον Τραμπ».
Επισήμανε ακόμη ότι «αυτό το λέω εγώ, ο Έλληνας Πρωθυπουργός που στη θητεία του αναβάθμισε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Αλλά δούλεψα και δουλέψαμε για σχέσεις σε αμοιβαία επωφελή βάση, χωρίς λευκές επιταγές».
Αναφερόμενος στη συμφωνία για τις βάσεις που υπέγραψε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι «η σημερινή κυβέρνηση περιόρισε πολύ τα περιθώρια διαπραγμάτευσης της Ελλάδας». Υπενθύμισε ότι « για χρόνια η αμερικανική ηγεσία ζητούσε από την Κυβέρνησή μας την ανανέωση της Σούδας σε πενταετή αντί για ετήσια βάση. Ποτέ δεν καταλήξαμε, διότι δεν εξασφαλίσαμε για την Ελλάδα, τα ανταλλάγματα που δικαιούται.Ο κος Μητσοτάκης, όμως, μέσα σε δύο χρόνια έδωσε όχι μόνο τη Σούδα αλλά και άλλες πέντε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης.Όχι για πέντε χρόνια αλλά επ’ αόριστο και χωρίς κανένα αντάλλαγμα για την Ελλάδα».
Το πραγματικό νόημα του «ρεαλισμού»: Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Αλέξης Τσίπρας στην έννοια του ρεαλισμού, επισημαίνοντας ότι χρησιμοποιείται συχνά από την κυβέρνηση και από όσους συμμερίζονται παρόμοιες απόψεις, προκειμένου να δικαιολογηθεί η αποδοχή των επιλογών των ισχυρών.
Ο πρώην πρωθυπουργός παρουσίασε μια διαφορετική προσέγγιση λέγοντας ότι «εμείς είμαστε οι ρεαλιστές, εμείς είμαστε η σταθερότητα για τον τόπο εμείς είμαστε η ασφάλεια για τον κάθε πολίτη.αι ανεύθυνη κι επικίνδυνη είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη».
Τόνισε ότι «ρεαλιστής είναι αυτός που έχει την πατριωτική ευθύνη να προστατεύει τη χώρα του, ώστε να μην βρεθεί στη δίνη του πολέμου». Αντίθετα, όπως είπε, «επικίνδυνα ανεύθυνος είναι αυτός που επιδίδεται σε πατριδοκάπηλες κορώνες τη στιγμή που καθιστά τη χώρα του μέρος του προβλήματος, για να κάνει το χατίρι στους ισχυρούς».
Πρόσθεσε ακόμη ότι «ρεαλισμός είναι να οικοδομείς συμμαχίες στη βάση του διεθνούς δικαίου». Αντίθετα «ανευθυνότητα είναι να αναζητάς προστάτες και να κάνεις το παν για την εύνοιά τους, θυσιάζοντας το διεθνές δίκαιο και δημιουργώντας νέους εχθρούς». Συνέχισε λέγοντας: «Ρεαλισμός είναι να πιστεύεις ότι μόνο ο ιρανικός λαός και οι αγώνες του, μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα στη δημοκρατία, όσο δύσκολο και αν είναι αυτό. Επικίνδυνη ανευθυνότητα είναι να πιστεύεις ότι η δημοκρατία μπορεί να στεριώσει στο Ιράν με στρατιωτικές επεμβάσεις και υπό τη σημαία του Τραμπ και του Νετανιάχου. Σκοτώνοντας παιδιά και αμάχους».
Για την Κύπρο: Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι συμφωνεί με την αποστολή της φρεγάτας «Κίμων» και των τεσσάρων αεροσκαφών F-16 στην Κύπρο, διαφωνώντας ωστόσο με τη ρητορική που, όπως είπε, υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση γύρω από αυτή την απόφαση. Προειδοποίησε ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες που δεν θα συμβάλουν στην επίλυση του Κυπριακού.
Όπως σημείωσε «είναι αυτονόητο ότι θα έπρεπε να ανταποκριθούμε στο αίτημα της Κύπρου για αμυντική στήριξη.Και ορθώς το πράξαμε.Όπως ορθώς στείλαμε Patriot στην Κάρπαθο». Συμπλήρωσε όμως ότι «την ίδια στιγμή είναι ανεύθυνο να δίνεις γραμμή σε ΜΜΕ μιλούν για την Ελλάδα ως εγγυήτρια δύναμη αι για ενεργοποίηση του ενιαίου αμυντικού δόγματος».
Υπογράμμισε ακόμη ότι «ο πόλεμος στην περιοχή δεν πρέπει να γίνει αφορμή να εγκαταλείψουμε τη λύση του Κυπριακού ή να παγιωθεί η διχοτόμηση, το αντίθετο. Πρέπει να αποτελέσει καμπάνα κινδύνου.Για να αγωνιστούμε για μια επανενωμένη και ομόσπονδη Κύπρο, χωρίς εγγυητές και κατοχικά στρατεύματα.Γιατί μόνο μια δίκαιη και βιώσιμη λύση στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ μπορεί να εξασφαλίσει ειρήνη και σταθερότητα».
Η εμφάνιση της ακροδεξιάς: Ο Αλέξης Τσίπρας στάθηκε ιδιαίτερα στο φαινόμενο της ενίσχυσης της ακροδεξιάς, το οποίο χαρακτήρισε αυτόνομο αλλά όχι άσχετο με την κυβερνητική πολιτική. Στην αναφορά του αυτή έκανε λόγο – χωρίς να τους κατονομάσει – για τους Άδωνι Γεωργιάδη και Θανάση Πλεύρη.
Όπως ανέφερε, στις σημερινές συνθήκες «εμφανίζονται οι ηγέτες της ακροδεξιάς και κάνουν αυτό που έκαναν οι φασίστες προκάτοχοί τους στον μεσοπόλεμο: Εκμεταλλεύονται τις αντιφάσεις, την υποκρισία, τη δειλία και την αδυναμία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών των τελευταίων 35 χρόνων, για να μας πείσουν ότι ο μόνος δρόμος είναι η βία και ο κυνισμός».
Πρόσθεσε ακόμη ότι «στην Ελλάδα εκπρόσωποι αυτής της ακροδεξιάς ρητορικής δεν υπάρχουν μόνο σε περιθωριακά κόμματα, αλλά και στην ίδια την κυβέρνηση, με βασικούς εκφραστές τους υπουργούς υγείας και μετανάστευσης, που έχουν πια εγκαταλείψει τον αντισημιτισμό της νιότης τους και έχουν υιοθετήσει την πιο ακραία φιλοπόλεμη ρητορική».






















































