«H συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνεται εργαλειακά από μια κυβέρνηση που υπονομεύει συστηματικά τους θεσμούς», δήλωσε ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, Αλέξης Χαρίτσης.
Ο κ. Χαρίτσης, μιλώντας στην ΕΡΤ3, επισήμανε εξαρχής ότι η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος αφορά το θεμελιώδες θεσμικό πλαίσιο της χώρας και όχι μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική διαδικασία. Όπως τόνισε, προκαλεί έντονο προβληματισμό «η σπουδή με την οποία ανοίγει αυτή η συζήτηση», εκφράζοντας την εκτίμηση ότι «η πρωτοβουλία της κυβέρνησης φέρει έντονα εργαλειακά χαρακτηριστικά και εξυπηρετεί πρόσκαιρες πολιτικές σκοπιμότητες, αντί να στοχεύει σε μια ουσιαστική θεσμική ανασυγκρότηση».
Αναφερόμενος στο ζήτημα της συναίνεσης, σημείωσε ότι «δεν μπορεί να επικαλείται τη συναίνεση μια κυβέρνηση που έχει επανειλημμένα επιδείξει θεσμική αλαζονεία». Υπενθύμισε την υπόθεση των υποκλοπών και τη πρόσφατη εισαγγελική πρόταση, την οποία χαρακτήρισε «καταπέλτη», καθώς και τη διαχείριση των υποθέσεων των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, υποστηρίζοντας ότι «όλα αυτά συνθέτουν ένα τοπίο θεσμικής εκτροπής». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «η συζήτηση για το Σύνταγμα δεν διεξάγεται σε ουδέτερο πολιτικό χρόνο, αλλά σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση έχει υπονομεύσει συστηματικά τους θεσμούς».
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στο άρθρο 86 του Συντάγματος που αφορά την ευθύνη των υπουργών. Υπογράμμισε ότι η Νέα Αριστερά έχει εδώ και καιρό ταχθεί υπέρ της αναθεώρησής του, προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ Βουλής και Δικαιοσύνης. Προανήγγειλε ότι το επόμενο διάστημα η Νέα Αριστερά θα καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις και θα επιδιώξει τη διαμόρφωση κοινών θέσεων με τις δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Ταυτόχρονα, άσκησε κριτική στην κυβέρνηση, επισημαίνοντας ότι «μια κυβέρνηση που αξιοποίησε καταχρηστικά το άρθρο 86 για να προστατεύσει στελέχη της, δεν μπορεί σήμερα να εμφανίζεται ως θεσμικός μεταρρυθμιστής».
Ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς υπογράμμισε ότι το ουσιαστικό ζήτημα για τη χώρα δεν είναι μια προσχηματική συνταγματική αναθεώρηση, αλλά η εφαρμογή του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο, όπως είπε, παραβιάζεται κατ’ επανάληψη.
Σε ό,τι αφορά το πολιτικό κλίμα, ο κ. Χαρίτσης προειδοποίησε για την ενίσχυση της αντιπολιτικής, τονίζοντας ότι «αντιπολιτική σημαίνει ενίσχυση της ακροδεξιάς και κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς». Σύνδεσε αυτή την εξέλιξη με την αίσθηση ατιμωρησίας για τους ισχυρούς και με την εργαλειοποίηση των θεσμών από την κυβέρνηση, χαρακτηρίζοντας τη δυναμική αυτή ιδιαίτερα επικίνδυνη.
Για την υπόθεση των Τεμπών ανέφερε ότι «η αντιπολίτευση έχει εξαντλήσει όλα τα κοινοβουλευτικά μέσα για την αποκάλυψη της αλήθειας, τόσο για το ίδιο το έγκλημα όσο και για τις απόπειρες συγκάλυψης». Παράλληλα, αναγνώρισε ότι και η Αριστερά φέρει ευθύνες, καθώς «δεν κατάφερε να δώσει επαρκές πολιτικό περιεχόμενο στη λαϊκή αγανάκτηση και να αποτρέψει τη διολίσθησή της σε αντιδημοκρατικές κατευθύνσεις». Όπως τόνισε, η διέξοδος δεν βρίσκεται στην απαξίωση της πολιτικής, αλλά στην ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών και στη ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας.
Αναφερόμενος στο προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα, ξεκαθάρισε ότι η Νέα Αριστερά απορρίπτει τα ψευδή διλήμματα και την ακροδεξιά ρητορική. Η στάση της, όπως υπογράμμισε, είναι σταθερά προσανατολισμένη «στην υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, του δικαίου της θάλασσας και, πάνω απ’ όλα, της ανθρώπινης ζωής ως αυταξίας».






















































