Στον Βόλο, μία 22χρονη γυναίκα κρίθηκε ένοχη από τη Δικαιοσύνη για ψευδή καταγγελία βιασμού, σε μία υπόθεση που είχε προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στους δύο νεαρούς άνδρες που είχαν κατηγορηθεί. Νωρίτερα, οι δύο κατηγορούμενοι είχαν αθωωθεί ομόφωνα από το αρμόδιο δικαστήριο για την κατηγορία του βιασμού, με την εισαγγελική πρόταση να είναι επίσης απαλλακτική.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου επέβαλε στην 22χρονη συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών με τριετή αναστολή, αφού την έκρινε ένοχη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση. Η υπόθεση αφορούσε καταγγελία που είχε υποβάλει εναντίον δύο νεαρών από τη Λάρισα, τους οποίους είχε κατηγορήσει για βιασμό.
Οι δύο άνδρες, ηλικίας 29 και 33 ετών, είχαν προηγουμένως καθίσει στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, όπου τελικά απαλλάχθηκαν πλήρως και ομόφωνα από όλες τις κατηγορίες. Μετά την αθώωσή τους, αποφάσισαν να κινηθούν νομικά κατά της νεαρής γυναίκας, υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν θύματα μιας ψευδούς και καταστροφικής καταγγελίας που στιγμάτισε τη ζωή και την επαγγελματική τους πορεία.
Στην ίδια υπόθεση είχε βρεθεί αντιμέτωπη με τη Δικαιοσύνη και φίλη της 22χρονης, η οποία είχε προχωρήσει σε αναδημοσίευση των ισχυρισμών μέσω Instagram. Ωστόσο, το δικαστήριο την αθώωσε από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμισης, εκτιμώντας ότι δεν υπήρχε πρόθεση διασποράς ψευδών στοιχείων, καθώς βασίστηκε αποκλειστικά σε όσα της είχε μεταφέρει η ίδια η καταγγέλλουσα.
Αντίθετα, για την 22χρονη το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική απόφαση, αναγνωρίζοντάς της μόνο το ελαφρυντικό της νεαρής ηλικίας. Η απόφαση επαναφέρει στο προσκήνιο τη σοβαρότητα που έχουν οι ψευδείς καταγγελίες, ιδιαίτερα όταν αφορούν τόσο βαριές κατηγορίες, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνική διαπόμπευση, επαγγελματική καταστροφή και πολυετή δικαστική ταλαιπωρία ανθρώπων που τελικά αποδεικνύονται αθώοι.
Σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΡΤ, κατά την απολογία της η 22χρονη υποστήριξε ότι είχε πέσει θύμα βιασμού τον Μάιο του 2021 σε απομονωμένη περιοχή έξω από τον Βόλο. Επέμεινε πως δεν υπήρξε συναίνεση σε οποιαδήποτε ερωτική πράξη και ανέφερε ότι γνώριζε μόνο τον έναν από τους δύο άνδρες μέσω κοινής παρέας, ενώ την ίδια περίοδο διατηρούσε σχέση με άλλον νεαρό άνδρα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, συγγενικό της πρόσωπο περιέγραψε στο δικαστήριο πώς ενημερώθηκε για το περιστατικό και τις μετέπειτα καταγγελίες.
Από την πλευρά τους, οι δύο άνδρες επέμειναν εξαρχής ότι η σεξουαλική επαφή έγινε με τη συναίνεση της 22χρονης. Ο 29χρονος μάλιστα υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου ότι η καταγγελία κατατέθηκε περίπου έναν μήνα αργότερα και απέδωσε την ενέργεια αυτή σε προσωπικές και ερωτικές αντιπαραθέσεις.
Οι ίδιοι περιέγραψαν και τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε η υπόθεση στις ζωές τους όλα αυτά τα χρόνια. Ο ένας ανέφερε ότι υπέστη μεγάλη επαγγελματική ζημιά, καθώς έχασε πελάτες από την επιχείρησή του μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης. Ο δεύτερος δήλωσε ότι δεν κατάφερε να συνεχίσει την πορεία του ως επαγγελματίας οπλίτης εξαιτίας της εκκρεμούς κατηγορίας που βάραινε το όνομά του μέχρι την οριστική αθώωσή του.




















































