Με πλήρη ανατροπή ολοκληρώθηκε η πολύκροτη υπόθεση της καταγγελίας ομαδικού βιασμού στη Ρόδο, καθώς το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ρόδου έκρινε ομόφωνα αθώους τους τρεις Βρετανούς που είχαν κατηγορηθεί ψευδώς από ομοεθνή τους για ομαδικό βιασμό.
Η υπόθεση, που απασχόλησε επί σειρά ετών τις δικαστικές Αρχές και έφτασε μέχρι και τα δικαστήρια της Χάγης, κατέληξε τελικά στην πλήρη απαλλαγή των κατηγορουμένων, αφού από την ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαίωσε ουσιαστικά τις αρχικές κρίσεις των δικαστικών συμβουλίων, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί η κατηγορία περί ομαδικού βιασμού.
Η καταγγελία της Βρετανίδας τουρίστριας
Η υπόθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 28ης Μαΐου 2008, όταν η Βρετανίδα τουρίστρια εμφανίστηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Φαληρακίου και κατήγγειλε ότι λίγες ώρες νωρίτερα είχε πέσει θύμα ομαδικού βιασμού μέσα σε δωμάτιο ξενοδοχείου.
Σύμφωνα με όσα είχε υποστηρίξει στην ένορκη κατάθεσή της, είχε μεταβεί στο δωμάτιο ενός φίλου της, με τον οποίο προηγουμένως διασκέδαζε σε μπαρ της περιοχής, με σκοπό να συνεχίσουν τη βραδιά πίνοντας ένα ποτό.
Όπως είχε καταγγείλει, λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκαν ακόμη δύο άνδρες στο δωμάτιο και στη συνέχεια οι τρεις κατηγορούμενοι τη βίασαν από κοινού.
Η ίδια είχε ισχυριστεί ότι ένας από αυτούς την έσπρωξε στο κρεβάτι ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, ενώ οι άλλοι δύο φέρονται να τον βοήθησαν να της αφαιρέσει το παντελόνι, ακινητοποιώντας τα χέρια και τα πόδια της.
Σύμφωνα πάντα με τους αρχικούς ισχυρισμούς της, και οι τρεις ήρθαν σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη συναίνεσή της.
Τα προβλήματα στην έρευνα και οι αντιφάσεις
Μετά την καταγγελία, η γυναίκα μεταφέρθηκε συνοδεία αστυνομικών στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου για ιατροδικαστική εξέταση. Ωστόσο, σύμφωνα με κατάθεση αστυνομικού που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, η ίδια ενώ περίμενε να εξεταστεί από ιατροδικαστή άρχισε να φωνάζει ότι ήθελε να αποχωρήσει επειδή επρόκειτο να ταξιδέψει αργότερα την ίδια ημέρα για την Αγγλία.
Τελικά, τόσο η ίδια όσο και η αδερφή της αποχώρησαν χωρίς να ολοκληρωθεί η διαδικασία στην Ελλάδα και χωρίς να παράσχουν περαιτέρω στοιχεία που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην έρευνα.
Ο αστυνομικός που χειρίστηκε την υπόθεση κατέθεσε μάλιστα ότι η συνεργασία των δύο γυναικών με τις Αρχές ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη.
Την επόμενη ημέρα, η Βρετανίδα εμφανίστηκε στην αστυνομία της Northumbria στην Αγγλία, όπου επανέλαβε την καταγγελία περί βιασμού και εξετάστηκε από ιατροδικαστή περίπου 48 ώρες μετά το φερόμενο περιστατικό.
Τα ιατροδικαστικά ευρήματα και η κατάρρευση της υπόθεσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ιατροδικαστικής εξέτασης, η γυναίκα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εμφανιζόταν ήρεμη και συνεργάσιμη. Οι γιατροί εντόπισαν μικρούς μώλωπες σε διάφορα σημεία του σώματός της, ωστόσο δεν διαπιστώθηκαν σοβαρές κακώσεις ή τραυματισμοί.
Ιδιαίτερη σημασία είχε το γεγονός ότι στην περιοχή των γεννητικών οργάνων δεν εντοπίστηκαν τραύματα, αίμα ή άλλες ενδείξεις βίαιης σεξουαλικής πράξης. Αντίστοιχα, δεν καταγράφηκαν κακώσεις ούτε στην περιοχή του πρωκτικού δακτυλίου.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, το δικαστικό συμβούλιο είχε αρχικά κρίνει ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για να στηριχθεί δημόσια κατηγορία περί ομαδικού βιασμού.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν επίσης οι αντιφάσεις που εντοπίστηκαν στις καταθέσεις της καταγγέλλουσας, στοιχείο που αποδυνάμωσε περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Η επανεξέταση και η τελική αθώωση
Παρά το αρχικό απαλλακτικό βούλευμα, η υπόθεση επανήλθε προς εξέταση μετά από έφεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης του δικαστικού συμβουλίου.
Τελικά, η υπόθεση οδηγήθηκε σε δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ρόδου, με την καταγγέλλουσα να έχει ήδη γνωστοποιήσει από το 2013 ότι δεν επρόκειτο να παραστεί στο ακροατήριο.
Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, το δικαστήριο έκρινε ομόφωνα αθώους τους τρεις κατηγορούμενους, καθώς δεν προέκυψε η βασιμότητα των καταγγελιών περί ομαδικού βιασμού.
Η υπόθεση έκλεισε έτσι με πλήρη απαλλαγή των κατηγορουμένων, έπειτα από πολυετή δικαστική διαμάχη που είχε προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στη ζωή τους και είχε απασχολήσει τόσο την ελληνική όσο και τη βρετανική κοινή γνώμη.




















































