Από την πρώτη ημέρα του 2026 εφαρμόζεται ένα νέο και αισθητά αυστηρότερο πειθαρχικό καθεστώς για τους δημοσίους υπαλλήλους, το οποίο μεταβάλλει σε βάθος το πλαίσιο ευθυνών και κυρώσεων στο Δημόσιο.
Με τον νόμο 5225/25 αναθεωρούνται τα πειθαρχικά παραπτώματα, ενισχύονται οι προβλεπόμενες ποινές και διευρύνεται το φάσμα των περιπτώσεων που δύνανται να οδηγήσουν ακόμη και σε οριστική απομάκρυνση υπαλλήλου από την υπηρεσία.
Το ανανεωμένο πειθαρχικό δίκαιο εισάγει νέα παραπτώματα, ενώ παράλληλα συγκεντρώνει και κωδικοποιεί παραβάσεις που έως σήμερα ρυθμίζονταν από ειδικές νομοθετικές διατάξεις.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μη δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων, κάθε μορφή βίας ή παρενόχλησης στον χώρο εργασίας, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή παράλειψη έκδοσης διαπιστωτικών πράξεων, καθώς και η συμμετοχή σε εταιρείες ή η άσκηση δραστηριοτήτων που δεν συμβιβάζονται με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά πλέον η διαδικασία της αξιολόγησης.
Η άρνηση συμμετοχής υπαλλήλου στην αξιολόγηση, είτε με την ιδιότητα του αξιολογητή είτε του αξιολογούμενου, αναγνωρίζεται ως αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα και επισύρει πρόστιμο ίσο με αποδοχές δύο μηνών. Σε περίπτωση επανάληψης της άρνησης για δύο διαδοχικές αξιολογικές περιόδους, προβλέπεται η οριστική παύση από την υπηρεσία.
Οι ρυθμίσεις αυτές, που εισηγήθηκαν ο υπουργός Εσωτερικών Θοδωρής Λιβάνιος και η υφυπουργός Βιβή Χαραλαμπογιάννη, αφορούν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Για τους δημοτικούς υπαλλήλους θεσπίζονται ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα, όπως η άρνηση χρήσης των μέσων ατομικής προστασίας που παρέχει η υπηρεσία και η μη προσέλευση σε προληπτικό ιατρικό έλεγχο.
Ταυτόχρονα, ως σοβαρή παράβαση καθήκοντος για τα αρμόδια διοικητικά όργανα των δήμων ορίζεται η μη χορήγηση των προβλεπόμενων μέσων ατομικής προστασίας στους εργαζομένους.
Αντίστοιχα, για το ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας, ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά η άρνηση να φέρει τη στολή και το διακριτικό σήμα κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Στο υφιστάμενο σύστημα ποινών εντάσσονται τρεις νέες κυρώσεις: η στέρηση μισθολογικού κλιμακίου για χρονικό διάστημα από ένα έως πέντε έτη, η αφαίρεση έως τεσσάρων μισθολογικών κλιμακίων και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου, είτε κατ’ αναπλήρωση είτε βάσει ειδικών διατάξεων, για διάστημα από ένα έως πέντε έτη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πειθαρχικές ποινές διαμορφώνονται, με αυξανόμενη βαρύτητα, ως εξής: έγγραφη επίπληξη, πρόστιμο έως αποδοχές 12 μηνών, στέρηση μισθολογικού κλιμακίου, αφαίρεση μισθολογικών κλιμακίων, στέρηση δικαιώματος προαγωγής, αποκλεισμός από διαδικασίες επιλογής προϊσταμένου, αφαίρεση ή απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου, υποβιβασμός, προσωρινή παύση με πλήρη απώλεια αποδοχών και, τέλος, οριστική παύση.
Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις αυξάνεται το ανώτατο όριο των ποινών που μπορούν να επιβάλουν οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι. Ενδεικτικά, το μέγιστο πρόστιμο που δύναται να επιβάλει υπουργός αυξάνεται από τρεις σε πέντε μήνες αποδοχών.
Για πρώτη φορά θεσμοθετείται και η «πειθαρχική συνδιαλλαγή», μέσω της οποίας ο ελεγχόμενος υπάλληλος μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης, εφόσον το παράπτωμα δεν οδηγεί σε οριστική παύση και δεν έχει προκληθεί οικονομική ζημία ή αυτή έχει αποκατασταθεί πλήρως.
Από το 2026, την εξέταση των πειθαρχικών υποθέσεων αναλαμβάνει το νέο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, το οποίο συγκροτείται από 60 δικαστές – μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και λειτουργεί σε τριμελή και πενταμελή κλιμάκια. Ειδικό Πενταμελές Κλιμάκιο θα χειρίζεται τις εξαιρετικά σοβαρές υποθέσεις που προκαλούν έντονο δημόσιο ενδιαφέρον.
Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, βρίσκονται σε εκκρεμότητα 3.360 ένορκες διοικητικές εξετάσεις, ενώ οι υπάλληλοι με ανοιχτές πειθαρχικές υποθέσεις υπερβαίνουν τους 5.900.
Τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια καταργούνται από τις αρχές του 2027 και υποχρεούνται να ολοκληρώσουν έως το τέλος του 2026 τις υποθέσεις που εκκρεμούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025.






















































