Την ενοχή των δύο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων στην υπόθεση της Novartis, Φιλίστορα Δεστεμπασίδη και Μαρίας Μαραγγέλη, για τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης πρότεινε η εισαγγελέας της Έδρας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου.
Σύμφωνα με όσα μεταδίδει το ΑΠΕ, η εισαγγελική λειτουργός απευθύνθηκε στους δικαστές που δικάζουν την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό για τις καταθέσεις των μαρτύρων με τα ψευδώνυμα “Μάξιμος Σαράφης” και “Αικατερίνη Κελέση”, οι οποίοι είχαν αναφερθεί σε χρηματισμό πολιτικών προσώπων από τη φαρμακοβιομηχανία. Τόνισε ότι πρέπει να κριθούν ένοχοι, σε μεγάλο βαθμό όπως και πρωτοδίκως, για την ευθύνη που τους αναλογεί στη «δολοφονία χαρακτήρων των πολιτικών προσώπων». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «έχουν ευθύνη, πλην όμως όχι την πλήρη ευθύνη» για τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν το 2018 σε βάρος δέκα πολιτικών. Παράλληλα, ζήτησε να μη κριθεί ένοχη η Μαρία Μαραγγέλη για δύο πράξεις ψευδούς καταμήνυσης λόγω παραγραφής. Η πρώτη αφορά κατάθεσή της σε βάρος του Ανδρέα Λοβέρδου και η δεύτερη σε βάρος του Μάριου Σαλμά, οι οποίες είχαν δοθεί το 2017. Όπως επισήμανε, ειδικά η υπόθεση που αφορά τον κ. Σαλμά παραγράφηκε σήμερα.
Στην αγόρευσή της, η εισαγγελέας προχώρησε σε αναλυτική παρουσίαση της υπόθεσης και των προσώπων που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο, συμπεριλαμβανομένων και εισαγγελικών λειτουργών που είχαν χειριστεί την έρευνα για τις πρακτικές της Novartis. «Επλήγη από τη συγκεκριμένη υπόθεση το κύρος και η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης», ανέφερε, εντάσσοντας στο ίδιο πλαίσιο και «τα κοράκια» που εκμεταλλεύτηκαν τις επίμαχες καταθέσεις. «Ο τρόπος που ελήφθησαν αυτές οι καταθέσεις είναι λίγο περίεργος, όλοι όσοι τις υπογράφουν έχουν την ευθύνη. Φαίνεται ότι ασκήθηκε πίεση στους εισαγγελείς για να διεκπεραιώσουν αυτή τη δικογραφία. Θεωρώ, όμως, ότι μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν όσοι εκμεταλλεύτηκαν τις καταθέσεις των μαρτύρων που σαν κοράκια πέσανε πάνω στην υπόθεση και με πηχυαίους τίτλους γράφανε “τους πιάσαμε”», σημείωσε. Αναφέρθηκε και στον πρώην επικεφαλής της Novartis Ελλάδας Κωνσταντίνο Φρουζή, τον οποίο επικαλούνται οι δύο κατηγορούμενοι, χαρακτηρίζοντάς τον «μια σκοτεινή προσωπικότητα».
Πρόσθεσε ακόμη ότι «έχει περιγραφεί ως άφιλος, φιλόδοξος και ειπώθηκε ότι δεν ήταν εύκολα προσβάσιμος. Είναι αξιοπερίεργο το πώς άνοιγε εύκολα το στόμα του». Κατά την εισαγγελέα, «ως αντιπρόεδρος της εταιρίας Novartis, και μέσω και της προεδρίας στο Σύλλογο Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας, συνομιλούσε με πολιτικά πρόσωπα. Τα πολιτικά πρόσωπα δεν μπορούσαν να του αρνηθούν συνάντηση, ήταν ένας άνθρωπος που άλλαζε καπέλα. Προωθούσε τα συμφέροντα της εταιρίας που δούλευε, εκμεταλλευόμενος και τη θέση του στο ΣΦΕΕ. Η χώρα, όπως κατατέθηκε εδώ, ήταν ο παράδεισος του φαρμάκου. Ο Φρουζής προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και δεδομένης της δύσκολης περιόδου που βίωνε η χώρα, υπήρχε ανάγκη για συνομιλία με ανθρώπους της αγοράς. Πάντως τίποτα δεν διασφαλίζει ότι αυτά που έλεγε ο Φρουζής, ο οποίος έφυγε από την εταιρία λόγω οικονομικών ατασθαλιών, ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα».
Αναφερόμενη στην απολογία της Μαρίας Μαραγγέλη, η οποία δήλωσε ότι ήταν «το δεξί χέρι» του Φρουζή, η εισαγγελική λειτουργός υπογράμμισε πως «δεν προκύπτει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αφορά σε χρηματισμό πολιτικού προσώπου και αυτό είναι αξιοπερίεργο. Εάν ο κ. Φρουζής είχε τόσο εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη Μαρία Μαραγγέλη, για ποιο λόγο δεν υπάρχει ένα αποδεικτικό στοιχείο για όσα εκείνη κατέθεσε; Η κατηγορούμενη μίλησε για μεθόδευση και για πληρωμές, αλλά είναι αξιοπερίεργο ότι καταθέτει τα όσα καταθέτει, χωρίς να προσκομίζει ούτε ένα στοιχείο». Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της περί «βράβευσής» της από τις αμερικανικές αρχές, η εισαγγελέας απάντησε: «Είπε η κατηγορούμενη ότι στις ΗΠΑ κρίθηκε αξιόπιστη, εδώ όχι. Να πω ότι είναι διαφορετικές οι διαδικασίες σε ΗΠΑ και Ελλάδα. Το αμερικανικό δίκαιο προβλέπει ένα διακανονισμό για εταιρείες κολοσσούς και δεν υπάρχει αντίστοιχη διαδικασία εδώ. Εκεί η εταιρεία καλείται, δίνει στοιχεία και γίνεται ένας συμβιβασμός, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναφέρεται καν σε δωροδοκίες πολιτικών προσώπων. Είναι μια διαδικασία αστική, δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο στο ελληνικό δίκαιο. Συμπεραίνω ότι οι καταθέσεις που βραβεύτηκαν στις ΗΠΑ δεν είναι ίδιου τύπου με αυτές που δόθηκαν στην εισαγγελία Διαφθοράς. Πως είναι δυνατόν να μη το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι αυτό;».
Σχολιάζοντας συνολικά τη στάση και των δύο κατηγορουμένων, που αναφέρθηκαν επανειλημμένα στον Φρουζή, η εισαγγελέας επισήμανε ότι «πριν τα καταθέσουν οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ίδιους. Είναι αυτονόητο ότι αυτά που είπαν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διώξεις σε βάρος πολιτικών προσώπων. Δεν μπορεί κάποιος να πηγαίνει ελαφρά τη καρδία να κάνει τέτοια κατάθεση και να λέει ότι “εγώ κατέθεσα αυτά που είδα”. Όχι, κατέθεσες αυτά που συνήγαγες!». Για τον Φιλίστορα Δεστεμπασίδη, τόνισε μεταξύ άλλων ότι «κατέθεσε ότι έκανε υπολογισμούς με το μυαλό του, ότι τόσα πήρε ο ένας, τόσο πήρε ο άλλος. Αυτό δεν είναι ομολογία ψευδούς κατάθεσης; Κατηγορείς κάποιον χωρίς τα αντίστοιχα αποδεικτικά μέσα; Ακούστηκαν και ισχυρισμοί ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεπαρκής, αλλά σε καμία χώρα δεν θα μπορούσε να στηριχθεί δίωξη με αυτά τα αποδεικτικά μέσα. Βλέπουμε μια προχειρότητα και μια βιασύνη που δεν αρμόζει στο επίπεδο των κατηγορουμένων. Δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Δεστεμπασίδη ότι οι καταθέσεις του ήταν διηγηματικού τύπου».
Η διαδικασία θα συνεχιστεί με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης και στη συνέχεια το δικαστήριο θα εκδώσει την απόφασή του.























































