Ο αρχηγός ενός κυκλώματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανήλικων κοριτσιών στο Ρότσντεϊλ, το οποίο στοχοποιούσε παιδιά ακόμη και 12 ετών, αποφυλακίστηκε. Ο 73χρονος Σαμπίρ Άχμεντ (Shabir Ahmed), γνωστός στα θύματά του ως «Daddy», είχε καταδικαστεί τον Αύγουστο του 2012 σε κάθειρξη 22 ετών για σειρά σοβαρών σεξουαλικών εγκλημάτων κατά ανηλίκων, μεταξύ των οποίων και βιασμούς.
Αυτή την εβδομάδα, τα θύματά του ενημερώθηκαν ότι ο Άχμεντ θα αποφυλακιστεί υπό όρους. Παρά τις προηγούμενες υποτιθέμενες διαβεβαιώσεις, δεν μπορεί να απελαθεί εξαιτίας μιας νομοθετικής διάταξης που ισχύει εδώ και 55 χρόνια. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Σερ Κιρ Στάρμερ ζήτησε πλέον από την υπουργό Εσωτερικών να επανεξετάσει την υπόθεση, καθώς αυξάνονται οι πιέσεις για τροποποίηση του νόμου ώστε να καταστεί δυνατή η απέλασή του.
Ορισμένα από τα θύματά του δήλωσαν ότι αισθάνονται τρομοκρατημένα από την αποφυλάκισή του και ότι πλέον δεν νιώθουν ασφαλή. Το Υπουργείο Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισε ότι οποιαδήποτε παραβίαση των αυστηρών όρων της αποφυλάκισής του θα οδηγήσει στην άμεση επιστροφή του στη φυλακή.
Νωρίτερα, κυβερνητικοί αξιωματούχοι είχαν δηλώσει ότι εξετάζονται τρόποι ώστε ο καταδικασμένος παιδοβιαστής να απελαθεί στο Πακιστάν. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του βουλευτή των Εργατικών για το Ρότσντεϊλ, Πολ Γουό, ο επικεφαλής της Βουλής, Σερ Άλαν Κάμπελ, δήλωσε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες «εξετάζουν κάθε διαθέσιμη επιλογή».
«Κάθε του κίνηση θα παρακολουθείται»
Εκπρόσωπος της Ντάουνινγκ Στριτ ανέφερε:
«Τα φρικτά εγκλήματα του Άχμεντ βρίσκονται στον πυρήνα του σκανδάλου των κυκλωμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων, το οποίο αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές στην ιστορία της χώρας μας. Θα παραμείνει εφ’ όρου ζωής στο μητρώο δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων, του έχει απαγορευθεί να πλησιάζει τα θύματά του και δεν επιτρέπεται να επικοινωνεί με κανένα παιδί ή νέο άνθρωπο. Κάθε του κίνηση θα παρακολουθείται και είναι υποχρεωμένος να φορά ηλεκτρονικό βραχιολάκι.»
Ο Άχμεντ είχε μεταναστεύσει στο Ηνωμένο Βασίλειο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και κατά την καταδίκη του διέθετε τόσο βρετανική όσο και πακιστανική υπηκοότητα. Μετά τη φυλάκισή του, τα δικαστήρια τού αφαίρεσαν τη βρετανική υπηκοότητα και θεωρούνταν ότι, με την ολοκλήρωση της ποινής του, θα απελαυνόταν.
Ωστόσο, νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, τα θύματα ενημερώθηκαν ότι οι διατάξεις του Νόμου περί Μετανάστευσης του 1971 απαγορεύουν την απέλαση πολιτών της Κοινοπολιτείας που είχαν φτάσει στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από το 1973 και είχαν παραμείνει στη χώρα για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Η αρχηγός των Συντηρητικών, Κέμι Μπέιντενοκ (Kemi Badenoch), δήλωσε ότι το κόμμα της θα επιχειρήσει να τροποποιήσει το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, ώστε «να κλείσει αυτό το νομικό παράθυρο και ο συγκεκριμένος άνθρωπος να απελαθεί άμεσα».
Το Υπουργείο Εσωτερικών δήλωσε ότι οι διατάξεις του νόμου του 1971 είχαν προστατεύσει πολλούς ανθρώπους που επηρεάστηκαν από το σκάνδαλο Windrush. Ο βουλευτής των Εργατικών Τζιμ ΜακΜάχον, που εκπροσωπεί εκλογική περιφέρεια του Όλνταμ όπου σημειώθηκε μέρος των κακοποιήσεων, δήλωσε ότι ο νόμος του 1971 θεσπίστηκε για να προστατεύσει πολίτες της Κοινοπολιτείας που ήρθαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για μια καλύτερη ζωή και συνέβαλαν στην κοινωνία.
«Δεν σχεδιάστηκε αυτός ο νόμος για να προσφέρει ασυλία σε έναν παιδοβιαστή», δήλωσε. «Πρέπει να θυμόμαστε ποιος ήταν ο αρχικός σκοπός του νόμου και όχι τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατάχρησή του σήμερα.»
Το κύκλωμα κακοποίησης
Ο Άχμεντ ήταν ο αρχηγός μιας ομάδας εννέα ανδρών που συστηματικά προσέγγιζαν, χειραγωγούσαν και κακοποιούσαν σεξουαλικά ανήλικα κορίτσια στο Ρότσντεϊλ και το Όλνταμ. Τα μέλη της συμμορίας προσέφεραν στα κορίτσια φαγητό και τσιγάρα και στη συνέχεια τους έδιναν αλκοόλ πριν τα βιάσουν επανειλημμένα, συχνά σε διαμερίσματα που βρίσκονταν πάνω από καταστήματα εστίασης.
Ένα από τα θύματα της εγκληματικής αυτής οργάνωσης δήλωσε στην εκπομπή BBC Newsnight:
«Φοβάμαι για τη δική μου ασφάλεια και για την ασφάλεια των παιδιών μου. Ο βασικός αρχηγός του κυκλώματος βγαίνει από τη φυλακή. Είναι πολύ γνωστός στο Ρότσντεϊλ, το Όλνταμ και το Μίντλετον. Ακόμη κι αν δεν βρίσκεται πλέον εκεί, γνωρίζει ανθρώπους στην περιοχή και μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Αυτό με κάνει να νιώθω ανασφάλεια.»




















































