Το ζήτημα της δημοσιοποίησης των πρακτικών του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών της 6ης Ιουλίου 2015, την επομένη του δημοψηφίσματος, παραμένει ασαφές τόσο σε θεσμικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Οκτώ ημέρες μετά τη δημόσια έκκληση του Αλέξη Τσίπρα για δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων, το αίτημα συνεχίζει να προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις. Το συγκεκριμένο συμβούλιο είχε συγκληθεί από τον τότε πρωθυπουργό ώστε οι αρχηγοί των κομμάτων ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, ΚΚΕ και Ανεξάρτητων Ελλήνων να τοποθετηθούν ως προς το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου.
Μέχρι στιγμής, τέσσερις πολιτικές προσωπικότητες έχουν ταχθεί υπέρ της δημοσιοποίησης των πρακτικών: ο Αλέξης Τσίπρας, το ΚΚΕ, ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Πάνος Καμμένος. Σημαντικό είναι ότι κανείς εξ αυτών δεν διατηρεί στενή πολιτική σχέση σήμερα με τον πρώην πρωθυπουργό, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η στάση τους είναι ξεκάθαρα αποστασιοποιημένη από τον ίδιο.
Η μοναδική άρνηση προέρχεται από τον Κώστα Τασούλα, ο οποίος απάντησε δύο φορές στο αίτημα του Αλέξη Τσίπρα, επικαλούμενος τη «συνάφεια» του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών με το παλαιότερο «Συμβούλιο της Δημοκρατίας» προ του 1986. Επισήμανε ότι το περιεχόμενο των συνεδριάσεων θεωρείται απόρρητο, με δεδομένο ότι αφορούσε σοβαρά εθνικά ζητήματα. Τόνισε, δε, πως τα πρακτικά δεν διανέμονται στους συμμετέχοντες, αλλά παραμένουν στην Προεδρία της Δημοκρατίας.
Η εκτίμηση του Κώστα Τασούλα περί συζήτησης απορρήτων ζητημάτων δεν βρίσκει σύμφωνη την πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων που συμμετείχαν στο συμβούλιο. Οι τρεις από τις τέσσερις δημόσιες τοποθετήσεις υπέρ της δημοσιοποίησης έγιναν μετά την απάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Εξαίρεση αποτελεί το ΚΚΕ, το οποίο έχει σταθερή θέση για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.
Μέχρι στιγμής, Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ δεν έχουν συναινέσει. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται διστακτικό να εμπλακεί σε αυτή τη δημόσια συζήτηση και επιλέγει να διατηρεί αποστάσεις. Η Νέα Δημοκρατία, αντίθετα, εμφανίζεται ιδιαίτερα αρνητική απέναντι στη δημοσιοποίηση, εξακολουθώντας να επισημαίνει τον «καταστροφικό χαρακτήρα» της διαπραγμάτευσης της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και 10 χρόνια μετά τα γεγονότα, με σχετικές αναφορές να εντοπίζονται και σε πρόσφατες τοποθετήσεις του σημερινού πρωθυπουργού.
Επιπλέον, είναι δύσκολο να αγνοηθεί η πιθανότητα ότι η στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας είχε διαμορφωθεί κατόπιν συνεννόησης με την κυβέρνηση, γεγονός που ενισχύει η παρατήρηση ότι ο Κώστας Τασούλας είναι ο μοναδικός Πρόεδρος που εκλέχθηκε έχοντας έντονο «παραταξιακό» χαρακτήρα, σύμφωνα με την εκτίμηση της τότε αντιπολίτευσης.
Η επιστολή του Αλέξη Τσίπρα υποδηλώνει πως η επιδίωξή του αφορά την αποδόμηση του αφηγήματος περί «ανευθυνότητας» της κυβέρνησής του το 2015, το οποίο, κατά τη δική του εκτίμηση, αξιοποιείται για πολιτική προπαγάνδα μέχρι και σήμερα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πρόσφατες δηλώσεις της Άνγκελα Μέρκελ στην Αθήνα, κατά την παρουσίαση του βιβλίου της. Η πρώην καγκελάριος αναφέρθηκε στο καλοκαίρι του 2015, εκφράζοντας την έκπληξή της για την απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να προχωρήσει σε δημοψήφισμα και να στηρίξει το «Όχι», αλλά παράλληλα επισήμανε πως υπήρξε «ειλικρίνεια» στις επαφές τους. Δήλωσε ότι συμφώνησαν στον τρόπο της διαπραγμάτευσης και πως και οι δύο είχαν τη βούληση να εργαστούν για λύση: «Εγώ δεν ήθελα να φύγει η Ελλάδα από το ευρώ, κι αυτός δεν ήθελε μνημόνιο».
Η τοποθέτησή της απέχει σημαντικά από την εικόνα της έλλειψης προετοιμασίας και της τυχοδιωκτικής στάσης, όπως έχει περιγραφεί από τη Νέα Δημοκρατία για εκείνη την περίοδο.