Το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου έχουν προγραμματιστεί να πραγματοποιηθούν οι δύο πρώτες εκταφές θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, στη Βόρεια Ελλάδα, με τις οικογένειες των θυμάτων να εκφράζουν έντονες αντιδράσεις απέναντι στην εισαγγελική εντολή.
Η πρώτη εκταφή αφορά τη σορό της Μάρθης Ψαροπούλου, κόρης της Μαρία Καρυστιανού, και η δεύτερη εκείνη της Φρατζέσκας Μπέζα, κόρης του Δημήτρη Μπέζα. Οι σχετικές διατάξεις εκδόθηκαν από τα κατά τόπους αρμόδια αστυνομικά τμήματα και οι διαδικασίες αναμένεται να λάβουν χώρα σε κοιμητήρια της περιφέρειας Θεσσαλονίκης.
Οι συγγενείς εμφανίζονται εξοργισμένοι και διαφωνούν με την εισαγγελική παραγγελία, εξετάζοντας την κατάθεση προσφυγών, μετά το τελεσίγραφο που απηύθυνε η εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας Αικατερίνη Παπαϊωάννου προς τις αρμόδιες αρχές για την άμεση εκταφή εννέα σορών.
Η εισαγγελική εντολή, σύμφωνα με τις οικογένειες, δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματά τους, καθώς προβλέπει τη διενέργεια μόνο των εξετάσεων που μπορούν να πραγματοποιηθούν εντός Ελλάδας. Ωστόσο, οι συγγενείς επισημαίνουν ότι οι αναγκαίες εξειδικευμένες βιοχημικές και χημικές αναλύσεις δύνανται να γίνουν αποκλειστικά σε εργαστήρια του εξωτερικού.
Για τον λόγο αυτό, οικογένειες θυμάτων δηλώνουν ότι θα προχωρήσουν σε προσφυγές, οι οποίες, όπως εκτιμάται, ενδέχεται να αναστείλουν την προγραμματισμένη διαδικασία των εκταφών.
Σύμφωνα με νομικούς κύκλους που επικαλείται η ΕΡΤ, η υποβολή προσφυγής – διαφωνίας στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών από την πλευρά των γονέων λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας, «παγώνοντας» προσωρινά την εκτέλεση των εκταφών έως ότου εκδοθεί σχετική απόφαση.
Ήδη έχουν κινηθεί οι σχετικές διαδικασίες, με τον κ. Χρήστο Τηλκερίδη να έχει καταθέσει προσφυγή, ενώ ακολούθησε και εκείνη του κ. Παύλου Ασλανίδη, μέσω του συνηγόρου του, Γιάννη Μαντζουράνη.
Σημειώνεται ότι στην περίπτωση του κ. Ασλανίδη, η πέμπτη κατά σειρά αίτησή του έγινε τελικά αποδεκτή, έπειτα από την απόρριψη των τεσσάρων προηγούμενων κατά τη φάση της κύριας ανάκρισης.
Παρά ταύτα, η πλευρά του θύματος διατυπώνει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο μπορεί να αποσαφηνιστεί η αλήθεια υπό τις παρούσες συνθήκες, θέτοντας ζητήματα που αφορούν την επιστημονική επάρκεια των εξετάσεων.
Στο επίκεντρο της νομικής αντιπαράθεσης βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι οι απαιτούμενες τοξικολογικές και ιατροδικαστικές αναλύσεις δεν μπορούν να διεξαχθούν με πληρότητα στα ελληνικά εργαστήρια, όπως αναφέρεται σε σχετικό έγγραφο πραγματογνώμονα ιατροδικαστή που έχει συμπεριληφθεί στην προσφυγή.
Ο πραγματογνώμονας επισημαίνει ουσιώδεις ελλείψεις στην εισαγγελική παραγγελία, εστιάζοντας κυρίως στο εύρος και στο είδος των χημικών ουσιών που πρέπει να αναζητηθούν.
Οι συγγενείς επιμένουν ότι χωρίς τη διασφάλιση του πλήρους πλαισίου εξετάσεων που έχουν ζητήσει, η διαδικασία της εκταφής δεν θα μπορέσει να προσφέρει τα αναγκαία στοιχεία για την πλήρη διαλεύκανση των συνθηκών της τραγωδίας.






















































