«Καθαρή πολιτική ισχύος» ασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να χειραφετηθεί και να πάψει να εξαρτάται από τις ΗΠΑ.
«Παρακολουθούμε τον σημαντικότερο σύμμαχό μας στον κόσμο – και είναι μέχρι και σήμερα οι ΗΠΑ – να απομακρύνεται από μια τάξη η οποία βασίζεται σε κανόνες. Αντί να τηρεί το διεθνές δίκαιο, η πολιτική των ΗΠΑ εξελίσσεται σε μια προσέγγιση που στηρίζεται αποκλειστικά στην ισχύ και στο συμφέρον», ανέφερε ο κ. Μερτς μιλώντας το βράδυ της Παρασκευής σε κομματική εκδήλωση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) στη Βάδη-Βυρτεμβέργη.
«Μπορεί κανείς να του ασκήσει κριτική», σημείωσε ο καγκελάριος αναφερόμενος στον Αμερικανό πρόεδρο, «αλλά τι νόημα έχει η κριτική, αν το άτομο στο οποίο απευθύνεται δεν αντιδρά σε αυτήν, αλλά αντίθετα πιστεύει ότι αυτό που κάνει είναι το σωστό;» Αν ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίσει την ίδια πολιτική, τόνισε, «δεν θα πρέπει να στρουθοκαμηλίζουμε και να λέμε ότι θα υποταχθούμε σε όλα, δεν θα πρέπει να δεχτούμε να γίνουμε πιόνι των υπερδυνάμεων και να προσπαθούμε να επιβιώσουμε σε κάποια μικρή θέση». Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αυτός ο λογαριασμός δεν βγαίνει. «Ζούμε σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο επιτυχημένα βιομηχανικά κράτη του κόσμου», πρόσθεσε.
Ο κ. Μερτς επεσήμανε ότι και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν στενά τη Γερμανία, προειδοποιώντας παράλληλα ότι «δεν θα τους ενδιαφέρουμε εάν γίνουμε μικροί και αποστασιοποιηθούμε, αλλά θα μας σεβαστούν μόνο εάν έχουμε στην Ευρώπη συμμάχους που μιλούν την ίδια γλώσσα με εμάς». Για να επιτευχθεί αυτό, υπογράμμισε, απαιτείται η ικανότητα να διατυπώνονται επιχειρήματα από θέση ισχύος, με βασική προϋπόθεση τη μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική ανταγωνιστικότητα.
«Προκειμένου η Γερμανία να γίνεται σεβαστή, πρέπει να μάθει να επιδιώκει τα συμφέροντά της», ανέφερε, τονίζοντας την ανάγκη αύξησης τόσο των ωρών όσο και των ετών εργασίας, ενώ στάθηκε και στη σημασία της διατήρησης της βιομηχανικής βάσης της χώρας. Διαφορετικά, σημείωσε, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Γερμανία δεν μπορούν να ξεπεραστούν. «Η χώρα αγωνίζεται για το μέλλον της από πολλές απόψεις, τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πολιτική. Είμαστε σίγουροι για την ικανότητά μας να λύσουμε αυτά τα προβλήματα, επειδή η λύση βρίσκεται ακριβώς στις δυνατότητές μας», δήλωσε.
Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για υπερβολικά υψηλό αριθμό αναρρωτικών αδειών, επισημαίνοντας ότι κατά μέσο όρο οι εργαζόμενοι απουσιάζουν 14,5 ημέρες τον χρόνο λόγω ασθένειας. «Αυτό σημαίνει σχεδόν τρεις εβδομάδες κατά τις οποίες οι άνθρωποι στη Γερμανία δεν μπορούν να εργαστούν λόγω ασθένειας. Είναι αυτό πραγματικά σωστό; Είναι αυτό πραγματικά απαραίτητο;» διερωτήθηκε, προσθέτοντας ότι είναι αναγκαίο να ανοίξει συζήτηση για το πώς μπορούν να δημιουργηθούν κίνητρα ώστε οι εργαζόμενοι να παραμένουν ενεργοί, φέρνοντας ως παράδειγμα την κατάργηση των πιστοποιητικών αναρρωτικής άδειας που εκδίδονται τηλεφωνικά.























































