Η Ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, κατά τη σημερινή συνεδρίαση της (Σάββατο 04/04), τόνισε ότι η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη «πρέπει να προχωρήσει απρόσκοπτα και να αποδοθεί Δικαιοσύνη με σεβασμό στα δικαιώματα των διαδίκων και στο Κράτος Δικαίου», ενώ εξέφρασε κριτική, χωρίς όμως να κατονομάσει, για τη συμπεριφορά συγκεκριμένου δικηγόρου κατά τις συνεδριάσεις του Εφετείου Λάρισας.
Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος της Ολομέλειας και ταυτόχρονα πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, συνεχάρη κατά τη συνεδρίαση όλους τους δικηγόρους που παρέστησαν στη δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, για την αξιοπρεπή και σωστή παρουσία τους, τηρώντας σχολαστικά τους δικονομικούς κανόνες. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον δικηγόρο Αντώνη Ψαρόπουλο, που έχασε τη 19χρονη κόρη του, Μάρθη, στο τραγικό περιστατικό.
Αντιθέτως, ο πρόεδρος του ΔΣΑ επισήμανε ότι μόνο μια συνήγορος «ευτέλισε τις δικηγορικές αρχές και βρέθηκε απομονωμένη από τους συναδέλφους της» και συμπλήρωσε ότι «τα πειθαρχικά όργανα θα κάνουν την δουλειά τους».
Επιπλέον, ο κ. Κουτσόλαμπρος ανέφερε ότι «έθιξε όλους τους δικηγόρους η συγκεκριμένη συνήγορος. Οι 279 δικηγόροι που παραστάθηκαν στην δίκη ήταν άψογοι εκτός από μια» και πρόσθεσε ότι η εν λόγω δικηγόρος, τόσο εντός της Βουλής όσο και σε πλήθος δικαστηρίων, εμφανίζει ανάρμοστη και προσβλητική συμπεριφορά για το δικηγορικό σώμα, χωρίς να λαμβάνεται κάποια ενέργεια, παρά την αρμοδιότητα των δικαστηρίων να επεμβαίνουν σε ανάρμοστες συμπεριφορές μέσα στις αίθουσες.
Κατά τη συνεδρίαση, άλλος πρόεδρος επισήμανε ότι η συγκεκριμένη δικηγόρος «προσπαθεί να δημιουργήσει σταδιακά ένταση τεχνηέντως» και «με χυδαίο τρόπο προσπαθεί να εργαλοποιήσει την δίκη», ενώ δεύτερος πρόεδρος τόνισε ότι «δεν θα μπούμε στο παιχνίδι που θέλει, η δίκη πρέπει και θα γίνει, η κυρία δυστυχώς λειτουργεί ως πρότυπο για ορισμένους νέους δικηγόρους».
Παράλληλα, οι πρόεδροι των 63 Δικηγορικών Συλλόγων, σε κοινή ανακοίνωσή τους, επισημαίνουν ότι «η Ολομέλεια δεν πρόκειται να εργαλειοποιηθεί ούτε να υποκύψει σε ιδιοτελείς επιδιώξεις ή σκοπιμότητες. Κραυγές, επιθετικές συμπεριφορές, συκοφαντίες δεν πρόκειται να κάμψουν τη σταθερή μας θέση που είναι η πρόοδος της δίκης και η αναζήτηση της αλήθειας», προσθέτοντας:
«Οι λειτουργοί και συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα τους δικονομικούς κανόνες και τη δεοντολογία. Αντίθετες συμπεριφορές, που εκδηλώθηκαν από συγκεκριμένη δικηγόρο, μας βρίσκουν κατηγορηματικά αντίθετους και δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές».
Η Ολομέλεια υπογραμμίζει επίσης ότι «το σύνολο των λοιπών πληρεξουσίων δικηγόρων (πλέον των 250) άσκησε τα καθήκοντά του, όπως επιβάλλει ο θεσμικός τους ρόλος και οφείλουμε να εξάρουμε τη στάση αυτή».
Σε άλλο σημείο της ανακοίνωσης, η Ολομέλεια αναφέρεται τόσο στη συνήγορο, χωρίς να την κατονομάζει, όσο και στην έδρα του δικαστηρίου, επισημαίνοντας: «Το Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευθύνη της ομαλής διεξαγωγής της δίκης, οφείλει να τηρεί το Νόμο. Ουδείς είναι υπεράνω του Νόμου και ουδείς δικαιούται διακριτικής μεταχείρισης» και παράλληλα τονίζει:
«Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι θα πράξουν αυτά που τους αναλογούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και του θεσμικού τους ρόλου συμβάλλοντας στην πρόοδο της δίκης. Η δίκη πρέπει να προχωρήσει απρόσκοπτα και να αποδοθεί δικαιοσύνη με σεβασμό στα δικαιώματα των διαδίκων και στο Κράτος Δικαίου».
Η ανακοίνωση της Ολομέλειας:
«Η τραγωδία των Τεμπών συγκλόνισε την Ελληνική Κοινωνία.
Απαίτηση όλων η απόδοση δικαιοσύνης.
Μετά από τρία χρόνια, έφθασε η ώρα της ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία οι Δικηγορικοί Σύλλογοι παρίστανται, όπως και στην προδικασία, προς υποστήριξη της κατηγορίας με σκοπό όχι μόνο την αναζήτηση της αλήθειας αλλά και την απόδοση ευθυνών, όπου ανήκουν.
Αυτονόητο είναι ότι, για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός θα πρέπει να υφίστανται οι προϋποθέσεις δίκαιης δίκης.
Δυστυχώς, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας επικράτησαν απαράδεκτες συνθήκες, οι οποίες δεν συνάδουν με το νομικό μας πολιτισμό και δεν επέτρεπαν την ομαλή διεξαγωγή της δίκης και την αξιοπρεπή άσκηση δικαιωμάτων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Μετά από άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις της Ολομέλειας, τόσο προς τη Διευθύνουσα του Εφετείου Λάρισας, όσο και προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, επήλθαν υλικοτεχνικές βελτιώσεις που επέτρεψαν, κατά την πρώτη μετά από διακοπή δικάσιμο, την πρόοδο της δίκης.
Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι δικαστικές ενώσεις δεν ένιωσαν την ανάγκη να παρέμβουν για τη βελτίωση των συνθηκών για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης, αλλά η κύρια μέριμνά τους είναι να εκδίδουν ανακοινώσεις με καταγγελτικό περιεχόμενο κατά των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης και των θεσμικών τους οργάνων.
Η αλήθεια είναι ότι επιβάλλεται να γίνουν περαιτέρω βελτιώσεις ώστε να διασφαλιστεί η ουσιαστική δυνατότητα παρακολούθησης της δίκης από τους διαδίκους – συγγενείς των θυμάτων και τραυματίες και η απρόσκοπτη επικοινωνία τους με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους καθώς επίσης και η αξιοπρεπής άσκηση του έργου των πληρεξούσιων δικηγόρων, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού τους αλλά και των απαιτήσεων που δημιουργούνται από την ογκώδη δικογραφία.
Πέραν, όμως της εξασφάλισης της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, επιβάλλεται να αποφευχθούν συμπεριφορές, εντός ή εκτός της δικαστικής αίθουσας, από παράγοντες ή μη της δίκης, που δημιουργούν συνθήκες έντασης, καθυστερούν την πρόοδο της διαδικασίας και δημιουργούν κινδύνους αποπροσανατολισμού από το κύριο έργο που είναι η αναζήτηση της αλήθειας και μόνο αυτής.
Η Ολομέλεια δεν πρόκειται να εργαλειοποιηθεί ούτε να υποκύψει σε ιδιοτελείς επιδιώξεις ή σκοπιμότητες. Κραυγές, επιθετικές συμπεριφορές, συκοφαντίες δεν πρόκειται να κάμψουν τη σταθερή μας θέση που είναι η πρόοδος της δίκης και η αναζήτηση της αλήθειας.
Οι λειτουργοί και συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα τους δικονομικούς κανόνες και τη δεοντολογία. Αντίθετες συμπεριφορές, που εκδηλώθηκαν από συγκεκριμένη δικηγόρο, μας βρίσκουν κατηγορηματικά αντίθετους και δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές.
Επισημαίνουμε δε, ότι το σύνολο των λοιπών πληρεξούσιων δικηγόρων (πλέον των 250) άσκησε τα καθήκοντά του, όπως επιβάλλει ο θεσμικός τους ρόλος και οφείλουμε να εξάρουμε τη στάση αυτή.
Το Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευθύνη της ομαλής διεξαγωγής της δίκης, οφείλει να τηρεί το Νόμο. Ουδείς είναι υπεράνω του Νόμου και ουδείς δικαιούται διακριτικής μεταχείρισης.
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι θα πράξουν αυτά που τους αναλογούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και του θεσμικού τους ρόλου συμβάλλοντας στην πρόοδο της δίκης.
Η δίκη πρέπει να προχωρήσει απρόσκοπτα και να αποδοθεί δικαιοσύνη με σεβασμό στα δικαιώματα των διαδίκων και στο Κράτος Δικαίου.
Το οφείλουμε στα θύματα του δυστυχήματος, στους τραυματίες και στους συγγενείς τους, στη Δικαιοσύνη, στην Κοινωνία, στην Ιστορία μας».











































