Στο αρχείο μπήκε η υπόθεση που αφορούσε τον Γιάννη Παναγόπουλο σχετικά με τα φερόμενα αποκρυφθέντα εισοδήματα ύψους 3,2 εκατομμυρίων ευρώ, έπειτα από τις εξηγήσεις που παρείχε ο ίδιος ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ στον αρμόδιο Εισαγγελέα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, από την αξιολόγηση των στοιχείων δεν προέκυψαν ενδείξεις που να στοιχειοθετούν παράβαση. Υπενθυμίζεται ότι η Αρχή Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος είχε ζητήσει τη διενέργεια ελέγχου για τον κ. Παναγόπουλο, καθώς και για ακόμη δύο πρόσωπα, σχετικά με τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης της περιόδου 2020-2025 και πιθανή μη δήλωση σημαντικών χρηματικών ποσών.
Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, όπως αναφέρουν πληροφορίες, κατέθεσε υπόμνημα με τις εξηγήσεις του για την υπόθεση του πόθεν έσχες.
Μετά τη μελέτη των στοιχείων, ο Εισαγγελέας έκρινε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης αξιόποινης πράξης σε βάρος του ελεγχόμενου και, ως εκ τούτου, η δικογραφία θα διαβιβαστεί στην Εισαγγελία Εφετών για την επικύρωση της αρχειοθέτησης.
Σε ό,τι αφορά τα άλλα δύο πρόσωπα που ελέγχονται για ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις πόθεν έσχες, έχουν ήδη σχηματιστεί δύο ξεχωριστές δικογραφίες, με την έρευνα να βρίσκεται σε εξέλιξη.
Παράλληλα, συνεχίζεται από τον Οικονομικό Εισαγγελέα η έρευνα που σχετίζεται με την υπόθεση της φερόμενης υπεξαίρεσης κονδυλίων του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία εμπλέκεται ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ μαζί με άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Η συγκεκριμένη έρευνα ξεκίνησε κατόπιν πορίσματος της Αρχής Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος, σύμφωνα με το οποίο ο κ. Παναγόπουλος, ως επικεφαλής δομών επαγγελματικής κατάρτισης της ΓΣΕΕ, φέρεται να διέθετε σημαντικά ποσά για προγράμματα κατάρτισης, είτε μέσω απευθείας αναθέσεων είτε μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, σε συγκεκριμένες εταιρείες.
Σε δήλωσή του ο Γιάννης Παναγόπουλος αναφέρει τα εξής:
«Τις τελευταίες εβδομάδες εξελίχθηκε μια δημόσια συζήτηση γύρω από το πρόσωπό μου, η οποία στηρίχθηκε σε διαρροές, non papers και εικασίες, πριν καν ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία και χωρίς να μου έχει επιδοθεί οποιοδήποτε επίσημο πόρισμα.
Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη «υπόθεση μη υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες και αποκρυφθέντα εισοδήματα 3,2 εκατομμυρίων ευρώ», μετά την υποβολή των εξηγήσεών μου και την αξιολόγηση όλων των στοιχείων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο επίσημο τρόπο ότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν οποιαδήποτε παράβαση και, συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω ποινικής διερεύνησης.
Με απλά λόγια. Μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως «σοβαρή καταγγελία» και «μεγάλο σκάνδαλο», κατέληξε χωρίς αντικείμενο.
Την ίδια στιγμή, για την πρώτη χρονικά υπόθεση, για την οποία εκδόθηκε διάταξη δέσμευσης, δεν έχουμε μέχρι σήμερα κληθεί να λάβουμε γνώση οποιουδήποτε πορίσματος, ενώ εκκρεμεί και η προσφυγή που έχουμε καταθέσει κατά της σχετικής διάταξης.
Κι όμως, στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης, όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως ήδη κλεισμένα και δεδομένα. Δεν ήταν. Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι η ουσία. Γιατί πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, κάποιοι φρόντισαν να μιλήσουν για αυτήν. Και όχι σε τυχαίο χρόνο.
Η πρώτη οργανωμένη δημοσιοποίηση των σχετικών ισχυρισμών συνέπεσε με τη συζήτηση στη Βουλή για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη που δεν είναι άλλη από την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων με ενισχυμένο ρόλο της ΓΣΕΕ, που επαναφέρουν δικαιώματα και καλύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους.
Η σύμπτωση αυτή γεννά εύλογα και σοβαρά ερωτήματα.
Ιδιαίτερα όταν τα όσα διακινήθηκαν φέρονται να προέρχονται από τον επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής, κ. Βουρλιώτη, δημιουργείται ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα. Μια Ανεξάρτητη Αρχή οφείλει να λειτουργεί με θεσμική ουδετερότητα, διαφάνεια και σεβασμό στις διαδικασίες, όχι μέσω διαρροών και διαμόρφωσης εντυπώσεων πριν την ολοκλήρωση της κρίσης.
Όταν αυτό δεν τηρείται, δεν πλήττεται μόνο ένα πρόσωπο.
Πλήττεται η αξιοπιστία των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κράτος Δικαίου.
Γιατί, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον κόσμο της εργασίας, επιχειρήθηκε να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από το ουσιαστικό διακύβευμα σ’ ένα σκηνικό εντυπώσεων και αμφισβήτησης;
Ποιον εξυπηρετεί αυτή η επιλογή;
Για μένα, το διακύβευμα ήταν και παραμένει ένα. Η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η ύπαρξη ενός ισχυρού, ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κινήματος.
Σ’ αυτή τη διαδρομή, ήταν αναμενόμενο ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, πιέσεις και επιθέσεις. Όμως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση.
Ως Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, με πολυετή παρουσία και ευθύνη στον χώρο της εργασίας, έχω αποδείξει ότι μπορώ να αντέχω, να υπερασπίζομαι και να προχωρώ. Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω, με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.
Με καθαρό λόγο, με θεσμική συνέπεια και με πλήρη επίγνωση της ευθύνης που μου έχουν αναθέσει οι εργαζόμενοι.
Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον τρόπο και το χρόνο διακίνησης αυτών των ισχυρισμών δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα.
Για τον λόγο αυτό, σε συνεργασία με τους νομικούς μου συμβούλους, θα αξιοποιήσω κάθε νόμιμο μέσο για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την προστασία τόσο της προσωπικότητάς μου όσο και του θεσμικού ρόλου που εκπροσωπώ.
Η εμπιστοσύνη μου στη Δικαιοσύνη είναι δεδομένη. Όπως δεδομένη είναι και η δέσμευσή μου να συνεχίσω απρόσκοπτα το έργο για τους εργαζομένους.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά η δύναμη και η φωνή της εργασίας».






















































