Στο πλαίσιο των παγκόσμιων οδηγιών για την πρόληψη των κυριότερων αιτιών θνησιμότητας, η χοληστερόλη επανέρχεται στο επίκεντρο της προσοχής, με τα όρια της «κακής» να υποχωρούν περαιτέρω σε σχέση με τις αλλαγές του 2018.
Όπως συνήθως συμβαίνει, η διαδικασία ξεκινά από τις ΗΠΑ, όπου το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας και η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία προτείνουν τη νέα κατευθυντήρια γραμμή, η οποία δημοσιεύεται στο American Journal of Preventive Cardiology, σε άρθρο με τίτλο: Η αλφάβητος της πρόληψης καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες οδηγίες, που επικεντρώνονταν κυρίως στην ένταση της θεραπείας (με στατίνες) και άφηναν σε δεύτερη μοίρα τα απόλυτα αριθμητικά όρια, οι τωρινές θέτουν τους σαφείς αριθμητικούς στόχους στην πρώτη γραμμή. Επιπλέον, οι στόχοι γίνονται αυστηρότεροι όσο αυξάνεται ο κίνδυνος, δηλαδή χαμηλώνουν περαιτέρω για να μειωθεί μακροπρόθεσμα η συσσώρευση αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες.
Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη σημασία της έγκαιρης πρόληψης μέσω εξετάσεων, ειδικά για όσους έχουν οικογενειακό ιστορικό καρδιακών παθήσεων, με την πρόταση να ξεκινά ο έλεγχος και η θεραπεία ακόμη και σε νεαρότερες ηλικίες, καθώς και στην εφαρμογή πιο εξατομικευμένων εκτιμήσεων κινδύνου για ανθρώπους με προϋπάρχουσες παθήσεις.
Οι ανανεωμένες οδηγίες επικεντρώνονται στη μείωση των αυξημένων επιπέδων της χοληστερόλης LDL (λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας), γνωστής ως «κακή» χοληστερόλη, καθώς και άλλων τύπων λιπιδίων ή λιπών στο αίμα, όπως η λιποπρωτεΐνη (α) ή Lp(a).
Όσον αφορά την LDL χοληστερόλη, παράγοντα κινδύνου για αθηροσκλήρωση (στένωση ή σκλήρυνση των αρτηριών), πριν από το 2018 τα όρια ήταν: χαμηλός κίνδυνος έως 160 mg/dL, μέτριος έως 130 mg/dL, υψηλός έως 100 mg/dL και πολύ υψηλός έως 70 mg/dL.
Στη συνέχεια, όπως αναφέρθηκε, πέρασε η φάση της θεραπείας, με την πρωτογενή πρόληψη να στοχεύει σε μείωση έως 30% για μέτριο κίνδυνο και έως 50% για υψηλό, ενώ στη δευτερογενή πρόληψη προβλέπεται μείωση έως 50% σε υψηλής έντασης θεραπεία και έως 70% σε πολύ υψηλό κίνδυνο.
«Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΥΞΗΜΕΝΩΝ ΛΙΠΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΣΕ ΝΕΑΡΟΥΣ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗ ΒΕΛΤΙΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΚΑΙ ΑΓΓΕΙΑΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΘ’ ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΝΟΣ ΑΤΟΜΟΥ».
Στην πρωτογενή πρόληψη πλέον το όριο καθορίζεται έως 100 mg/dL για χαμηλό κίνδυνο και έως 70 mg/dL για υψηλό, ενώ στη δευτερογενή πρόληψη τα επίπεδα φτάνουν τα 55 mg/dL για πολύ υψηλό κίνδυνο και 70 mg/dL για όσους δεν έχουν υψηλό κίνδυνο.
Οι θεμελιώδεις αρχές πρόληψης παραμένουν οι ίδιες
Ο Δρ Roger S. Blumenthal, πρόεδρος της επιτροπής συγγραφής των κατευθυντήριων οδηγιών και διευθυντής του Κέντρου Johns Hopkins Ciccarone για την Πρόληψη των Καρδιαγγειακών Παθήσεων, ανέφερε στην ιστοσελίδα του Johns Hopkins Medicine: «Γνωρίζουμε πως τα χαμηλότερα επίπεδα LDL χοληστερόλης είναι καλύτερα όσον αφορά τη μείωση του κινδύνου καρδιακών προσβολών, εγκεφαλικών επεισοδίων και συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Γνωρίζουμε επίσης, ότι η μείωση των αυξημένων λιπιδίων και της αρτηριακής πίεσης σε νεαρούς ενήλικες υποστηρίζει τη βέλτιστη καρδιακή και αγγειακή υγεία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου».
Ο Δρ Blumenthal επεσήμανε ότι οι βασικές αρχές που προάγουν μια καρδιοπροστατευτική ζωή και διατηρούν τα επίπεδα χοληστερόλης εντός φυσιολογικών ορίων παραμένουν αμετάβλητες. Αυτές είναι:
η κατανάλωση μιας υγιεινής καρδιοπροστατευτικής διατροφής,
η τακτική και έντονη σωματική άσκηση,
η αποφυγή του καπνίσματος,
ο επαρκής ύπνος και
η διατήρηση φυσιολογικού βάρους.
χοληστερόλη
Στις νέες οδηγίες παρέχονται επίσης λεπτομέρειες για τη θεραπεία με στατίνες, καθώς και ενημερωμένες πληροφορίες για άλλες θεραπείες μείωσης των λιπιδίων. iStock
Τόνισε ότι περίπου το 80% έως 90% των καρδιαγγειακών παθήσεων οφείλονται –τουλάχιστον εν μέρει– σε τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, καθιστώντας την παρέμβαση στον τρόπο ζωής ως βασική ή αρχική προσέγγιση.
Εφάπαξ έλεγχοι για τα επίπεδα Lp(a)
Στη χώρα μας, ακόμη και όταν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καρδιαγγειακών παθήσεων, ειδικά λόγω κληρονομικότητας, δεν δικαιολογείται ο τακτικός έλεγχος των επιπέδων Lp(a), που ουσιαστικά υποδεικνύουν τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου.
Η νέα κατευθυντήρια γραμμή στις ΗΠΑ προτείνει εφάπαξ έλεγχο των επιπέδων Lp(a), ενώ περιλαμβάνει και τη χρήση μιας νέας «αριθμομηχανής» για την εκτίμηση 10ετούς και 30ετούς κινδύνου καρδιακής προσβολής και εγκεφαλικού επεισοδίου.
ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ 80% ΕΩΣ 90% ΤΩΝ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ –ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝ ΜΕΡΕΙ– ΣΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΙΜΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ.
Πρόκειται για το Predicting Risk of Cardiovascular Disease EVENTs (PREVENT), που για την αξιολόγηση του κινδύνου ενσωματώνει πρόσθετα δεδομένα, όπως δείκτες σακχάρου και νεφρικής λειτουργίας. Η χρήση του συνιστάται από την ηλικία των 30 ετών.
Η βαθμολογία PREVENT βασίζεται σε στοιχεία που συλλέχθηκαν από 6,6 εκατομμύρια άτομα, ενώ η προηγούμενη «αριθμομηχανή» χρησιμοποιούσε δεδομένα από 26.000 άτομα.
Τέλος, οι νέες οδηγίες περιλαμβάνουν λεπτομερείς πληροφορίες για τη θεραπεία με στατίνες, αλλά και ενημερωμένα δεδομένα για άλλες θεραπείες μείωσης λιπιδίων, όπως η εζετιμίμπη, το μπεμπεδοϊκό οξύ και οι ενέσιμες θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα PCSK9.















































